

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ
ΕΒΡΑΙΩΝ
Το σπίτι μας και καφενείο μαζί ήταν σε
μέρος που είχε πανοραμική θέα. Μπροστά στα δέκα μέτρα ήταν η
γραμμή του Γευγελή, σε άλλα δέκα μέτρα η γραμμή της
Αλεξανδρούπολης και σε άλλα δέκα μέτρα ήταν η Εθνική οδός
Θεσσαλονίκης Αθηνών μέσο Βέροιας, Κοζάνης κτλ. Ο κόσμος που
καθόταν στην αυλή του καφενείου απολάμβανε όλη την
κίνηση, οδική, σιδηροδρομική, ακόμα και αεροπορική διότι όλα
τα αεροπλάνα περνούσαν σχεδόν πάνω από το χωριό μας .Ξέραμε
ακόμα και την ώρα (διότι δεν είχαν τότε όλοι ρολόγια) από την
κίνηση των τρένων λεωφορείων και αεροπλάνων πια ώρα περνούσαν
.Ακόμά μπορούσαμε να δούμε και τα κτίρια της Θεσσαλονίκης που
όταν έδυε ο ήλιος τα τζάμια των κτιρίων λαμποκοπούσαν σε
διάφορα χρώματα και ήταν απόλαυση να τα βλέπεις. Ο δε
Χορτιάτης ήταν σαν να τον φώτισε ένας τεράστιος προβολέας από
τον Θερμαϊκό
Με την κατοχή όλα άλλαξαν τα παράθυρα ήταν
όλα καλυμμένα με εφημερίδες και δεν γυάλιζαν τα δρομολόγια
άλλαξαν και έτσι χάσαμε και τις ώρες και τις μέρες τις καλές.
Τα τρένα που βλέπαμε, τώρα κουβαλούσαν προς τα κάτω μόνο
στρατιώτες, τανκς, κανόνια, τορπίλες και άλλα πολεμικά υλικά
και προς τα πάνω για Γερμανία κουβαλούσαν ανθρώπους που έτυχε
να μη ανήκουν στη φυλή που τους άρεσε και αυτοί ήταν οι
Εβραίοι.
Κάθε μέρα βλέπαμε τα τρένα της κατοχής που
κουβαλούσαν τους Εβραίους στα κάτεργα της Γερμανίας
Από τις πρώτες μέρες οι Γερμανικές αρχές
της κατοχής εφαρμόσανε τα σχέδιά τους για την τύχη των
Εβραίων. Έφραξαν με υψηλούς φράκτες τις συνοικίες τους.. Αυτή
που ήταν κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Κατάσχεσαν τα
σπίτια τους και τα καταστήματά τους και τους έβαλαν
υποχρεωτικά να φορούν στον βραχίονα τους την κίτρινη κορδέλα
με το άστρο του Δαυίδ για να διακρίνονται με την υπόσχεση ότι
θα τους στείλουν στη Γερμανία για μία καλύτερη ζωή . Πολλοί
ήταν αυτοί που πιστέψανε τα ψέματα και την προπαγάνδα τους και
σιγά σιγά αρχίσανε να τους μεταφέρνουν με τα τρένα στη
Γερμανία .Το μόνο που τα τρένα δεν ήταν επιβατικά με βαγόνια
πολυτελείας αλλά με βαγόνια μεταφοράς ζώων που είχαν μόνο δύο
μικρά παραθυράκια από την κάθε πλευρά που έγραφε σε κάθε
βαγόνι άνδρες 44 ίπποι 8 (αυτοί έβαζαν διπλάσιους)
Όλα αυτά τα τρένα περνούσαν μπροστά από το
καφενείο μας και μάλιστα πολύ σιγά διότι ήταν τόσο
παραφορτωμένα από άνδρες γυναίκες και παιδιά που έβαζαν περί
τα 80 βαγόνια και δύο ατμομηχανές και έξω από κάθε βαγόνι στο
σκαλάκι υπήρχε και ένας στρατιώτης με αυτόματο που τους φύλαγε
.Από το μικρό παραθυράκι για να δει κάποιος έξω δεν μπορεί εάν
δεν ανέβει στη πλάτη κάποιου και όμως βλέπαμε τα πρόσωπά τους
από τις γρίλιες που φώναζαν και μας χαιρετούσαν θαρρείς και
πήγαιναν για διακοπές Εγώ και πολλά παιδιά τρέχαμε δίπλα
από το τρένο να τους χαιρετήσουμε. Πολλές φορές μας έριχναν
μικρά παιχνιδάκια των παιδιών τους και αρκετές φορές έριχναν
χρυσές αλυσίδες. δαχτυλίδια και ρολόϊα σαν να ήξεραν ότι δεν
θα τα χρειαστούν ξανά . Την ημέρα φεύγανε δύο τρένα και καμιά
φορά ένα τα μεσάνυχτα
.Θυμάμαι ο πατέρας μου είχε δούναι-λαβείν με
αρκετούς εμπόρους που ψώνιζε για το μαγαζί., γλυκά, ούζα,
καφέ, και άλλα πράγματα και σε πολλούς που είχε εμπιστοσύνη
τους έλεγε να φύγουν στο βουνό αλλά δεν αποφάσιζαν ν’ αφήσουν
πίσω γυναίκα γέρους και παιδιά και προτιμούσαν να πάνε για
κουρμπάνι όλοι μαζί παρά στο βουνό.
Θυμάμαι κάθε άνοιξη ερχόντουσαν οι Εβραίοι
στο απέναντι κτήμα της κυρά Εμορφίας που είχε πολλές
βερικοκιές και συκιές και αγόραζαν τα δένδρα πριν ακόμα
ωριμάσουν τα φρούτα τους .Μόνο που έβλεπαν πόσα φρούτα είχαν
τα κλαδιά ήξεραν πόσο άξιζαν και τα καπάρωναν .Για την ίδια
και για τον γιο της τον Αναστάση, που ήμασταν γείτονες και
καλοί φίλοι, κρατούσε τη μεγάλη συκιά κοντά στο ποτάμι και
καναδυό βερικοκιές. Όταν ήταν έτοιμα για μάζεμα για να μη τα
κλέβουν ερχόντουσαν και κατασκήνωναν εκεί ως που να τελειώσει
η συγκομιδή .Τους γνωρίζαμε καλά και με τα παιδιά τους κάναμε
παρέα παίζαμε και κάναμε μπάνιο στο ποτάμι. Το καλοκαίρι του
1941 δεν τους είδαμε ,ούτε και μετά. Όσο για τα ωραία δένδρα
και τα φρούτα της κυρά Εμορφίας δεν μπορέσαμε να φαμε ούτε ένα
φρούτο, Από την πρώτη μέρα της κατοχής επειδή έτυχε το
αγρόκτημα να είναι επάνω στον κεντρικό δρόμο οι γερμανοί ήταν
μόνιμα στρατοπεδευμένοι για καμουφλάζ με τανκς ,με πεζικό και
ιππικό όλο τον καιρό για όλο το καλοκαίρι .Τα άλογα από τη
πείνα έφαγαν όλα τα κλαδιά των δένδρων ακόμα και τις φλούδες
τους που στο τέλος όλα τα δένδρα ξεράθηκαν και ο στρατός
έφαγε όλα τα φρούτα και τα κουκούτσια ακόμα που ήταν γλυκά.
Όχι μόνο αυτό αλλά οι χιλιάδες στρατιώτες μετατρέψανε όλο το
κτήμα σε ένα τεράστιο αποχωρητήριο με το υπαίθριο χέσιμό τους
και τις μεγάλες κουράδες τους..
Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΛΟΧΙΑΣ
Ήταν καλοκαίρι του 1941.Οι Γερμανοί είχαν
καταλάβει και την Κρήτη και η Ελλάδα όλη ήταν υπό κατοχή. Στο
χωριό μας λόγο της τοποθεσίας που ήταν πολύ κοντά στη
Θεσσαλονίκη και πάνω στο συγκοινωνιακό κόμβο οδικώς,
σιδηροδρομικώς και δια θαλάσσης είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες
στρατός με άρματα με ιππικό και πεζικό, οπουδήποτε υπήρχε
άδειος χώρος ακόμα και στις αυλές των σπιτιών μας είχαν
στρατοπεδεύσει. Το σχολείο μας και μερικά διώροφα μεγάλα
σπίτια τα είχαν επιτάξει κι αυτοί, όπως και ο δικός μας
στρατός, για τις ανάγκες τους στο πόλεμο του 40.
Στο Δημ. Σχολείο μας (δεν είχαμε Γυμνάσιο)
έμεναν ειδικά τμήματα στρατού του μηχανικού που κατασκεύαζαν
μεγάλα έργα σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων, εργοστάσια αποθήκες,
τεράστιες, στρατώνες και άλλα κτίρια που ποτέ δεν είχαμε δει
στη ζωή μας. Νομίζαμε ότι είχαν σχέδια να μείνουν στην Ελλάδα
για πάντα. Υπήρχε μία μονάδα από εκατό περίπου νέα παιδιά
ηλικίας 15-18 ετών, (μάλλον εθελοντές), που κάθε πρωί τροχάδην
και με τραγούδι φορώντας μόνο τα σορτς πήγαιναν στη δουλεία.
Δεν ήταν βέβαια μόνο αυτοί δούλευαν περί τους δέκα χιλιάδες
Έλληνες.. Aλλοι με λίγη πληρωμή και άλλοι με αγγαρεία. Η
αγγαρεία ήταν η υποχρεωτική δουλειά, Κάθε πρωί ερχόταν στο
καφενείο μας όπου ήταν και το Κοινοτικό γραφείο και άφηναν οι
Γερμανοί παραγγελία στον Πρόεδρο η στο Γραμματέα να στέλνει
30-50 άτομα για τα έργα, για μία εβδομάδα η και περισσότερο με
τη σειρά όλους τους κατοίκους από 18-70 ετών. Όταν καμιά φορά
είχαν μεγάλη ανάγκη ερχόντουσαν με τα φορτηγά αυτοκίνητα και
έκαναν έφοδο στα καφενεία και τους μάζευαν απ΄ εκεί .Μερικοί
που είχαν δουλειές και δεν ήθελαν να πάνε πλήρωναν άλλους να
πάνε για τη θέση τους .Αυτή η δουλειά και τα έργα διήρκησαν
περίπου ένα χρόνο.
Μέσα στο χωριό υπήρχε αρκετός στρατός και
οι πρώτες εντυπώσεις ήταν καλές διότι δεν πείραζαν κανέναν
ήταν ευγενικοί ότι αγόραζαν το πλήρωναν με το παραπάνω, πολλοί
κάτοικοι ιδίως τα παιδιά πήγαιναν και ζητούσαν περίσσευμα
φαγητό όταν έπαιρναν το συσσίτιο τους οι στρατιώτες. Στη
μεγάλη αυλή του σπιτιού της Δέσποινας Νταή οι Γερμανοί είχαν
τοποθετήσει πολεμικά λάφυρα του Ελλ. Στρατού, όπλα, ξίφη,
κράνη και έναν ελκιστήρα κανονιών τύπου Φίατ όλα αχρηστεμένα
και έβαλαν τον αγροφύλακα του χωριού Νίκο Τερζόγλου να τα
προσέχει .
Ήταν Αύγουστος μήνας.Oi ακακίες και οι
μουριές στην αυλή του σπιτιού χάριζαν την σκιά και την δροσιά
τους δίχως κανένα αντάλλαγμα .Από την άλλη πλευρά οι τέσσαρες
κληματαριές φορτωμένες με σταφύλια μπροστά στο καφενείο μας με
τις ακακίες γύρω δεν άφηναν να περάσει ούτε η παραμικρή
ακτίνα του καυτερού ήλιου. Κάτω από τα δένδρα οι Γερμανοί
πάρκαραν ένα μεγάλο καραβάνι το οποίο ήταν χρηματοκοπτήριο
.Eκεί μέσα τύπωναν τα χαρτονομίσματα ( Μάρκα της κατοχής ) και
πλήρωναν τον στρατό. Κατά κάποιο τρόπο αρκετά ωφελημένος ήταν
ο πατέρας μου διότι μετά την πληρωμή όλοι τα ξόδευαν στα ποτά
που έπιναν, το ούζο ,κρασί και όταν τελείωναν όλα έπιναν και
το ξύδι.
Ένα βράδυ όταν κόντευε ο πατέρας να
κλείσει το μαγαζί μπήκε μέσα ένα μεσήλικας λοχίας .Όρθιος
στον πάγκο άρχισε να πίνει σιγά σιγά και να καπνίζει .Δεν
υπήρχε άλλος στο καφενείο διότι κανένας χωρικός δεν έμενε αργά
αλλά ούτε και στρατιώτης. Εγώ έκατσα μέχρι τις 11 σκούπισα και
μετά ο μπαμπάς μου είπε να πάω μέσα να κοιμηθώ .Ένα μικρό
πορτάκι από τον πάγκο συνέδεε την κουζίνα μας. Όταν έφυγα και
μετά ο λοχίας άρχισε να διηγείται στον πατέρα μου ότι εκείνο
το απόγευμα είχε πάρει τηλεγράφημα από τον ίδιο τον Χίτλερ ότι
ο ένας γιος του σκοτώθηκε στο Ρωσικό μέτωπο και την ίδια μέρα
ο άλλος γιος του που υπηρετούσε σε ένα υποβρύχiο το βούλιαξαν
στον Ατλαντικό και πνίγηκε. Ο τραγικός αυτός πατέρας θα πρέπει
να ήτανε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση .Κατά τις δώδεκα τα
μεσάνυχτα ήταν πια πολύ μεθυσμένος .Ζήτησε από τον πατέρα μου
να σβήσει την μικρή λάμπα πετρελαίου που ήταν πίσω του. Ο
πατέρας μου υποψιάστηκε ότι δεν είχε καλές προθέσεις
Προσπάθησε να τον καλοπιάσει αλλά επέμενε να σβήσει την λάμπα.
Είχε στη ζώνη του το ξίφος και το πιστόλι που μπορούσε να το
χρησιμοποιήσει ανά πάσα στιγμή .Ξαφνικά τρικλίζοντας όρμησε
προς τη λάμπα αλλά ο πατέρας μου που ήταν ψηλός και δυνατός
άνθρωπος τον αφόπλισε αμέσως βγάζοντας την ζώνη του με το
ξίφος και το πιστόλι και τον ξάπλωσε κάτω δίχως να τον
κτυπήσει και προσπαθούσε να τον καθησυχάσει λέγοντας του ότι
είναι καλός άνθρωπος και δεν φταιει .Στο διάστημα αυτό η
μητέρα μου ανησύχησε που αργούσε να κλείσει το μαγαζί και
παρακολουθούσε από το μικρό πορτάκι όλο το δράμα με τον
Γερμανό .Όταν είδε ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά έτρεξε και
ειδοποίησε τον φύλακα τον Νίκο
Ως που νάρθει ο Νίκος ο πατέρας μου τον
είχε βγάλει έξω στο δρόμο που ήταν ερημιά. Όταν έφτασε ο
φύλακας του έβαλαν αμέσως τη ζώνη γιατί ήταν πολύ σοβαρό
πράγμα που αφόπλισε το στρατιώτη .Περίμεναν να περάσει η
περίπολος αλλά δεν φάνηκε, Τον σήκωσαν και με το ζόρι τον
πήγαν μέχρι την μονάδα του στο σχολείο και τον παρέδωσε ο
φύλακας που ήταν και επίσημα διορισμένος απ αυτούς στον σκοπό.
Την άλλη μέρα το απόγευμα κάτω από την
κληματαριά και τις ακακίες καμιά πενηνταριά στρατιώτες με
ακορντεόν και φυσαρμόνικες έπιναν τραγουδούσαν και γιόρταζαν
τις νίκες τους σε όλα τα πολεμικά μέτωπα και κάθε φορά πού
σηκώνανε τα ποτήρια να πιουν φωνάζανε και «Χάηλ Χίτλερ».
Μέσα σε τόσους στρατιώτες ο πατέρας μου
ξεχώρισε τον λοχία να κάθεται πίσω από το δένδρο, αλλά δεν
ήταν και τόσο σίγουρος γιατί όλοι μοιάζανε μεταξύ τους ,φώναξε
κι εμένα να δω αν θα τον γνώριζα. Πήγα κοντά του και ήταν ο
μόνος ηλικιωμένος λοχίας που φαινόταν στεναχωρημένος και του
είπα «Βι γκετς καμαράτ?» .Με μια χειρονομία που έκανε και
είπε «Σάϊζε» σκατά, κατάλαβα ότι δεν ήταν καλά .Όταν
βεβαιωθήκαμε ότι ήταν αυτός που έκανε την φασαρία βρήκε ό
πατέρας την ευκαιρία να το αναφέρει σε έναν αξιωματικό που
έπινε στο πάγκο παρέα με τον πατέρα μου και να του πει τι
ακριβώς έκανε το περασμένο βράδυ .Πραγματικά ό αξιωματικός
ήξερε την περίπτωση αυτού του δυστυχισμένου πατέρα .Τον κάλεσε
να έρθει μέσα .Παρουσιάστηκε με μια χαιρετούρα χιτλερική. Τον
κέρασε ένα ούζο και του ζήτησε να του πει τι είχε κάνε το
προηγούμενο βράδυ ακριβώς εκεί που ήταν στον πάγκο .
Τα θυμήθηκε όλα, και που δεν πλήρωσε .Ζήτησε
συγνώμη και έβγαλε το πορτοφόλι του να πληρώσει αλλά ο πατέρας
μου αρνήθηκε να πάρει χρήματα .Τον κέρασε ούζο χαιρέτησε τον
αξιωματικό και πήγε να κάτσει στη καρέκλα του να πιει το ποτό
του και να κλάψει.
Ο πόλεμος έχει πολλές τέτοιες ιστορίες
αλίμονο σ’ αυτούς που είναι θύματα αυτής της
ανοησίας.

Ο Καρλ Σλίτσερ Γερμανός λοχίας σιδηροδρομικός
σταθμάρχης στο χωριό μας ήταν πολύ φίλος με τον πατέρα μου
αλλά και όλων των χωριανών μας και βοηθούσε όλους όταν είχαν
ανάγκη και ήταν κατά του πολέμου. Στο διάστημα που υπηρέτησε
στο χωριό έγινε και νονός βαπτίζοντας το κοριτσάκι του κουρέα
μας Νίκου Τρουλιανίδη. Παρ’ όλες τις παρακλήσεις του πατέρα
μου να μείνει στην Ελλάδα ως που να τελειώσει ο πόλεμος δεν
δέχτηκε και κατά την αποχώρησή τους πιάστηκε αιχμάλωτος στο
Ζάγκρεμπ όπου τον κακο- μεταχειρίστηκαν οι Σέρβοι αντάρτες.
Μας έγραφε και του στέλναμε ταμπάκο και, τσιγάρα, μετά χάσαμε
επαφή μαζί του Φώτο. 1944 ,πίσω το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Η ΑΡΑΧΝΗ
Ιούνιος του 1943 η Γερμανική κατοχή
κρατάει καλά και η κατάσταση με την πείνα είναι λίγο καλύτερη
από το 1941.Οι κηπουροί στο χωριό μας , την Νέα Μαγνησία
ασχολούνται με τα λαχανικά τους που τα περισσότερα τα
αγοράζουν οι Γερμανοί για τον στρατό τους όσο όσο και ορισμένα
με τις ρίζες και με τα χώματα... .Το καφενείο του πατέρα μου
από όπου λειτουργούσε και το κοινοτικό γραφείο ήταν σαν
εμπορικό κέντρο. Οι γερμανοί ερχόντουσαν και έδιναν τις
παραγγελίες τους στον γραμματέα η στον πρόεδρο και αυτοί με
την σειρά τους έβρισκαν τον παραγωγό να τους προμηθεύσει τα
λαχανικά .Αυτή η δουλειά βέβαια γινόταν απο την πρώτη μέρα της
κατοχής ..
Για πρώτη φορά οι παραγωγοί και ιδιαίτερα οι
κηπουροί είχανε δει τόσα χρήματα στα χέρια τους που δεν ήξεραν
που να τα ξοδέψουν γιατί δεν υπήρχαν οι μεσάζοντες
έμπορομανάβηδες
Όταν οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο κατά της
πατρίδας μας το σχολείο μας το πήρε ο Ελληνικός Στρατός για
τις ανάγκες του και όταν ήρθαν οι Γερμανοί το πήραν κι αυτοί
για τις ανάγκες τους έτσι εγώ και όλα τα παιδιά μείναμε δίχως
σχολείο ., τα παιδιά που είχαν γονείς με λαχανόκηπους πήγαν
να βοηθήσουν τους γονείς τους κι εγώ τον πατέρα μου στο
καφενείο, στο χωράφι μας, αλλά και στο κοινοτικό γραφείο που
εγκαταστάθηκε στο μπροστινό μέρος του καφενείου. Ο αείμνηστος
γραμματέας Δημ. Παπασωτηρίου μου έδωσε την ευκαιρία να μάθω
γραφομηχανή, να εκδίδω δελτία ταυτοτήτων , και πολλές άλλες
δουλειές του γραφείου και να μαθαίνω και λίγα γράμματα μαζί
του που μου τα είχε στερήσει ο πόλεμος.
Ήμουν τότε 12 χρόνων και κάπως επηρεασμένος
από τον πόλεμο και την αβεβαιότητα αλλά και χαρούμενος που
δούλευα στο γραφείο σαν μαθητευόμενος. Βοηθούσα τους χωριανούς
μου με τις άδειες αλωνισμού, αλέσματος, ταξιδιών, αλλά και για
την πώληση των λαχανικών τους στους Γερμανούς αφού γρήγορα
είχα μάθει τα απαραίτητα γερμανικά να κάνω και τον διερμηνέα.
Ο Ιούνιος του 1943 μου έμείνε στη μνήμη μου
για καλά. Τότε που ήρθε ένας αξιωματικός και παρήγγειλε να
πάρουν μεγάλη ποσότητα πατάτας. Ο μόνος που μπορούσε να
προμηθεύσει το ποσό αυτό ήταν ο Θανάσης Χατζημάρκος που είχε
πολλά στρέμματα κοντά στις αμμουδερές όχθες του Γαλλικού
ποταμού στην τοποθεσία Ανά Τσαγίρ. Στην επιχείρηση αυτή της
συγκομιδής πατάτας σκέφθηκα να πάρω μέρος κι εγώ διότι ο γιος
του Νίκος ήταν πολύ στενός μου φίλος αλλά και διότι θα μου
έδινε ο μπαμπάς του γενναίο χαρτζιλίκι και αρκετές πατάτες για
το σπίτι μας .Ξεκινήσαμε με τη σούστα και τον ντορή με δύο
μεγάλους. Τον Γιάνκο Μουρμούρη και Κυριάκο τον κουτσό
υπάλληλός τους που θα έσκαβαν τις πατάτες και τα τέσσερα
παιδιά του κυρ Θανάση, Νίκο, Σοφία, Γιάννη και Αμαλία
.Ξεκινήσαμε πρωί πριν βγει ο ήλιο για να προλάβουμε τη ζέστη
αλλά και το χωράφι ήταν κάπου πέντε χιλιόμετρα μακριά από το
χωριό. Μέχρι τις δέκα το πρωί είχαμε μαζέψει αρκετές πατάτες
στοιβαγμένες σε διάφορα σημεία οι οποίες έπρεπε να διαλεχτούν
και να τοποθετηθούν στα σακιά. Τη δουλειά αυτή την ανέλαβα
εγώ. Έκατσα σταυροπόδι στα χώματα και ενώ δούλευα αισθάνθηκα
ένα τσίμπημα κοντά στον δεξιό μου αστράγαλο .Νόμισα ότι ήταν
κανένα χόρτο αγριάδας και δεν έδωσα σημασία .Όταν όμως ένοιωσα
και άλλα τσιμπήματα σήκωσα το πόδι μου
και είδα μια μαύρη αράχνη την οποία την είχα
πλακωμένη .Την σκότωσα με μία πατάτα και είπα στον εργάτη που
έβγαζε τις πατάτες ότι με τσίμπησε μία αράχνη Μου λέει . « Ε
και τι έγινε, μη φοβάσαι κάτω από κάθε ρίζα είναι καμιά
δεκαριά » Μετά από τρία λεπτά περίπου πρόλαβα και τους είπα
ότι ζαλίζομαι δεν βλέπω καλά και νιώθω πολύ κουρασμένος και
αμέσως έχασα όλες μου τις αισθήσεις .
Ο φίλος μου Νίκος μου είπε μετά ότι, «Όλοι
πανικοβληθήκανε .Ζέψαμε τον ντορή στο κάρο σε βάλαμε πάνω και
τροχάδην σε πήγαμε σπίτι που έμενε και ο θείος σου ο γιατρός
αλλά ήσουν αναίσθητος. Η μαμά σου έβαλε τις φωνές και τα
κλάματα και ο μπαμπά σου με τον γιατρό προσπαθούσαν με κάθε
μέσο να σε συνεφέρουν αλλά ήσουν σε κωματώδη κατάσταση
σκέφτηκαν όμως γρήγορα και έτρεξαν αμέσως να φέρουν τον
Γερμανό γιατρό των σταθμαρχαίων που υπηρετούσαν και έμεναν στο
διώροφο σπίτι του Γεώργου Σαρρή. Ο γιατρός ήρθε αμέσως, έφυγε
γρήγορα και γύρισε τρέχοντας με κάτι φάρμακα και έμεινε
αρκετή ώρα μαζί σου στο δωμάτιο. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό .
Μετά κατά το απόγευμα μας είπαν ότι άνοιξες τα μάτια σου και
μίλησες και όλος ο κόσμος χάρηκε και νομίζω ότι ό Γερμανός
γιατρός σε έσωσε»
¨Όταν άρχισα να συνέρχομαι θυμήθηκα το χωράφι
με τις πατάτες και την αράχνη αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω
γιατί ήταν ο Ταγματάρχης ο γιατρός κοντά μου με τον λοχία Καρλ
Σλίτζερ και τον μάγειρα τον Μάντιν. Από τις πρώτες μέρες της
κατοχής ήταν γείτονές μας και πελάτες του καφενείου μας,
οικογενειάρχες και καλοί σε όλους μας. Ο Καρλ μάλιστα είχε
βαπτίσει και το κοριτσάκι του κουρέα μας Νίκου Τρουλιανίδη και
ήταν κουμπάρος του χωριού.
Θυμάμαι ότι ο Γιατρός, ο θείος μου Γεώργος
και ό Γερμανός γιατρός με τους γονείς μου έκατσαν κοντά μου
μέχρι την άλλη μέρα .Το πρωί που ήμουν κάπως καλά και
περπατούσα . Ετοίμασε κάτι χαρτιά μας πήρε και βγήκαμε στην
Εθνική Οδό που ήταν απέναντι από το σπίτι μας και σταμάτησε
ένα φορτηγό γκαζοζέν και είπε στον οδηγό να μας πάρει για να
πάμε στην Θεσσαλονίκη στο Θεαγένειο Νοσοκομείο. Κάτσαμε πάνω
σε κάτι εμπορεύματα αλλά όχι για πολύ . Λίγο πιο κάτω οι
ταγματασφαλίτες (άλυτες) είχαν στήσει σταθμό ελέγχου που ότι
εμπόρευμα περνούσε για τη πόλη το φορολογούσαν, .Όταν τους
άρεσε το έπαιρναν σε είδος, αν όχι σε χρήμα .Είχαν δει που
σταμάτησε ο οδηγός και πήρε επιβάτες και μας έκαναν έλεγχο αν
είχαμέ άδεια ταξιδιού. Ο πατέρας μου του εξήγησε ότι ήμουν
πολύ άρρωστος και ότι ο Γερμανός γιατρός μας στέλνει στο
νοσοκομείο και τους έδειξε τα χαρτιά .Τα είδε ένας που δεν
μπόρεσε να τα διαβάσει και με αναίδεια και αυστηρό τρόπο είπε
«Κατεβείτε κάτω αμέσως και να πάτε να του πείτε να τα γράψει
Ελληνικά και καθαρά. Σιγά σιγά περπατήσαμε πίσω στο
καφενείο-σπίτι. Πριν φτάσουμε όμως μας είδε από το μπαλκόνι
του σπιτιού που καθόταν, κατέβηκε και ήρθε να ρωτήσει γιατί
γυρίσαμε πίσω .Όταν του είπε ο μπαμπάς μου γιατί. Ποίος είδε
το θεό και δεν φοβήθηκε .Μπήκε μέσα θυμωμένος, φόρεσε τη ζώνη
του με το πιστόλι πήρε και δύο άλλους κατώτερους αξιωματικούς
και πήγε να γνωρίσει από κοντά τα «παλικάρια» τους που
δρούσαν εκεί και κλέβανε τους χωριάτες παράνομα .Το τι έγινε
δεν το είδαμε γιατί μας είπε να περιμένουμε στο σπίτι αλλά
όπως μας είπαν άλλοι χωριανοί ,όλους που ήταν καμιά δεκαριά,
κράτησαν όλα τα κλεψιμαίικα τους και τα δύο αλογόκαρα τους και
τους έδιωξαν από το χωριό. Διαταγή, να μη ξαναπατήσουν πόδι
στην Νέα Μαγνησία και Διαβατά. Κατά το μεσημέρι ο γιατρός με
πήγε στο νοσοκομείο με το δικό του αυτοκίνητο έδωσε τις
σχετικές εντολές στους γιατρούς εκεί και μετά από δύο
εβδομάδες θεραπεία επέστρεψα σπίτι αλλά έκτοτε φοβάμαι όλες
τις αράχνες. Πάσχω από αραχνοφοβία.
Οι Γερμανοί ήταν κατακτητές μας και σαν
στρατός κατοχής με διαταγές των ανωτέρων τους κάνανε πολλά
κακά στη χώρα μας αλλά σαν μεμονωμένα άτομα υπήρχαν και
καλοί όπως ο ταγματάρχης ο γιατρός που με έσωσε ίσως από
βέβαιο θάνατο.
ΞΑΝΑ ΣΤΟ
ΣΧΟΛΕΙΟ
Από την 28η Οκτωβρίου 1940 που είχε
κλείσει το σχολείο μας λόγω του πολέμου, δεν ξαναπήγα σε
κανένα σχολείο μέχρι το1943.Τώρα πια οι γονείς μου αποφάσισαν
να με στείλουν στο γυμνάσιο .Έπρεπε να πάω στη Θεσσαλονίκη που
ήταν περίπου εννέα χιλιόμετρα .Μόλις και είχα κάνει ένα μήνα
και κάτι στη πέμπτη δημοτικού και σύμφωνα με το κανονισμό θα
έπρεπε να πάω στη πρώτη τάξη του οκταταξίου γυμνασίου. Τρία
χρόνια απουσίας από το σχολείο ήταν μεγάλο κενό στα γράμματα,
γι αυτό σκεφθήκανε να με στείλουν να κάνω φροντιστήριο
εντατικά για να μπορέσω να συμπληρώσω αυτό το κενό.
Το πρόβλημα του φροντιστηρίου λύθηκε αμέσως
διότι είχαμε την ανιψιά του μπαμπά που ήταν φιλόλογος και
καθηγήτρια σε ένα γυμνάσιο θηλέων και ανάλαβε να με
προγυμνάσει .Τώρα ήμουν 14 ετών και ήταν σαν να άρχιζα το
δημοτικό από την αρχή γιατί ότι είχα μάθει τα ξέχασα και δεν
ήξερα πολλά πράγματα αλλά είχα τη θέληση έστω και μεγάλος ν’
αρχίσω από την αρχή .
Το σπίτι της θείας μου ήταν κοντά στη
καμάρα και στη Ροτόντα (Άγιο Γεώργη) στην οδό Τσοφλή .Το σπίτι
ήταν διώροφο παλιό τούρκικο σε ένα βαθύ οικόπεδο ασημετρικό
και πληκτικό δίχως θέα με μία παλιά μεγάλη διπλή ξύλινη πόρτα
και το αποχωρητήριο ήταν έξω δεν είχε μπάνιο και νερό. Ο
άντρας της θείας ο μπάρμπα Γεώργος Γιαννακόπουλος δούλευε στη
Δημαρχεία καθαριστής. Είχανε και μία κόρη που ήταν στην ηλικία
μου, η Ειρήνη , πολύ έξυπνη ,εγώ ακόμα δεν είχα αρχίσει και
αυτή κόντευε να τελειώσει το γυμνάσιο, μετά από καιρό έμαθα
ότι σπούδασε γυναικολόγος.
Λοιπόν!...

Η Καμάρα της Θεσσαλονίκης. Δεξιά ήταν ο
φούρνος του Μπογδάνου και ο δρόμος έβγαινε στη Ροτόντα (Άγιο
Γεώργη) και όλη η περιοχή ήταν από παλιά τούρκικα σπίτια.
Η μητέρα μου τα είχε κανονίσει με την πρώτη
ξαδέλφη του μπαμπά την θεία Ελισάβετ, μία κοντή και χοντρή
αλλά καλή γυναίκα και μου δώσανε ένα δωμάτιο δίπλα από μία
παλιά αποθήκη δίχως βέβαια φως και επίπλωση μόνο ένα στρώμα
στο πάτωμα μία καρέκλα και ένα μικρό τραπεζάκι που τα πόδια
του δεν ήταν όλα ίδια. Από τρόφιμα θα τα έφερνε η μαμά από το
χωριό ανά δύο μέρες για να μη χαλάνε διότι ήταν καλοκαίρι και
δεν είχαν παγωνιέρα να διατηρούν τρόφιμα και όλα τα βάζαμε
μέσα στο φανάρι για να μη πάνε οι μύγες . Τις πρώτες μέρες δεν
κάναμε μαθήματα για να γνωρίσω και τα άλλα ξαδέλφια που ήταν
στο διπλανό σπίτι της θείας Δήμητρας και όλοι μαζί παίζαμε μια
στη μία αυλή και μια στην άλλη .Η Κατίνα η καθηγήτρια ήταν
αρραβωνιασμένη και ο αρραβωνιαστικός της έμενε μαζί τους .Ήταν
υπάλληλος στην Φοιτητική Λέσχη που ήταν κοντά στο Λευκό Πύργο.
Εκεί πήγαιναν οι φοιτητές τα μεσημέρια και τρώγανε τζάμπα από
την πολιτεία με κάτι κουπόνια που τα σφράγιζε ο Θάνος ο
αρραβωνιαστικός της Κατίνας .Αυτός είχε κανονίσει να
πηγαίνουμε κάθε μέρα στη λέσχη και να παίρνουμε με την Ειρήνη
φαγί που τα βάζαμε σε δύο τενεκεδένια από μεγάλες κονσέρβες
κουβαδάκια να φάνε δέκα άτομα απ’ τον κάθε τενεκέ ,είχε
κανονίσει επίσης να παίρνουν το ίδιο φαγητό και τα άλλα δύο
ξαδέλφια ο Στέλιος και η άλλη Ειρήνη (πολύ τζαναμπέτικο
κορίτσι και πειραχτήρι, δεν με χώνευε) και έτσι ενώ άλλοι
πεινούσαν εμείς είχαμε εξασφαλισμένο φαγητό ακόμα και για το
βράδυ αλλά κατοχικό φαγητό, συνήθως ήταν μελιτζάνες τουρλού
στο καζάνι ,πλιγούρι, σούπες, πατάτες ,κλπ..

1943.Οι παλιές συνοικίες της Καμάρας όπου
έμενα επί κατοχής στο σπίτι της θείας μου. Στο βάθος ο Άγιος
Γεώργιος ( Ροτόντα)
Τα μαθήματα τα αρχίσαμε κάποτε και τα κάναμε
μετά από την δουλειά της και το φαγητό. Άρχισα σιγά σιγά να
καταλαβαίνω αυτά που μου μάθαινε και χαιρόμουν αλλά δεν
χαιρόμουν όταν πήγαινα το βράδυ στο δωμάτιο να κοιμηθώ. Πήραν
χαμπάρι οι κοριοί απ’ την αποθήκη τη μεριά και κάθε βράδυ
βγαίνανε σεργιάνι και μου ρουφούσαν το αίμα και ήταν μόνιμοι
κατακτητές στο δωμάτιο μου. Ακόμα είχαν την αναίδεια να ορμάνε
και μέρα μεσημέρι που πήγαινα να ξαπλώσω για σιέστα.
Κάθε μέρα σκότωνα ένα σωρό που ήταν γεμάτα με
αίμα δικό μου.. Πήγα στη θεία και έκανα παράπονα και της λεω
«Καλέ θεία εσείς έχετε κοριούς στα δωμάτια σας;» Δείχνω τα
μπούτια μου και την πλάτη μου που ήταν κατακόκκινη και δεν
πίστευε που έβλεπε τόσα τσιμπήματα Ήρθε να το απολυμάνει με
πετρέλαιο το πάτωμα που ήταν πάνω από διακοσίων χρονών αλλά το
στρώμα μου είχε ήδη γεμίσει και ήταν όλα σε επιφυλακή και με
περίμεναν πότε να πάω. Η θεία κατάλαβα ότι προσβάλθηκε λίγο
και λεει «Εμάς βρε παιδάκι μου που είμαστε εδώ τόσα χρόνια πως
δεν έρχονται να μας τσιμπήσουν και απορώ πως τσιμπάν εσένα.
«Καλέ θεία εσείς είστε εδώ από το 1922 μπορεί να σας βαρέθηκαν
πια και να μη αρέσουν το ίδιο αίμα κάθε μέρα» Γέλασε με την
καρδιά της η θεία «Να σκάσεις βρε που είσαι και χωρατατζής.
Άντε ας φάνε και λίγο δεν θα πάθεις τίποτα, έχεις μπόλικο αίμα
και είσαι σαν καλοθρεμμένο γουρουνάκι»
Όταν ήρθε η μαμά και μούφερε το καλάθι με
τα τρόφιμα από το χωριό της έδειξα τα τσιμπήματα και ήταν πολύ
στεναχωρεμένη .Πέταξαν το στρώματα το απολύμαναν ξανά με
οινόπνευμα, το κάπνισαν και έβαλαν άλλο στρώμα και η κατάσταση
κάπως βελτιώθηκε, αλλά εγώ προτιμούσα να κοιμηθώ έξω κάτω από
το δένδρο, Μετά ήταν Ιούλιος και η ζέστη μέσα στο δωμάτιο ήταν
και αυτή ανυπόφορη.
Παρ όλα τα βάσανα που είχα εκεί με του
κοριούς και τα μαθήματα η ζωή ήταν διαφορετική από το χωριό
,προλάβαινα να κάνω φροντιστήριο να μελετάω αλλά και να έχω
και αρκετή ψυχαγωγία .Δίπλα ήταν και ο συνομήλικός μου
εξάδελφος ο Στέλιος πολύ ήσυχο παιδί δεν πήγαινε στο γυμνάσιο
αλλά βοηθούσε τον πατέρα του στο μπακάλικο που είχαν στο
Καπάνι αλλά όταν δεν πήγαινε εκεί πηγαίναμε μαζί για μπάνιο
στο Λευκό πύργο .Εκεί τότε ήταν και η πλαζ της Θεσσαλονίκης
είχε λίγη αμμουδιά πίσω από το βασιλικό θέατρο, τη φοιτητική
λέσχη και την ηλεκτρική εταιρεία, και τα αποδυτήρια μας ήταν
μέσα σε ένα μεγάλο τούρκικο σιδερένιο πλοίο που ήταν στη
στεριά από τον προηγούμενο πόλεμο. Είχανε κάνει και
κυματοθραύστη για τους λουόμενους τα γνωστά τα «πλόκια» Μας
άρεσε πολύ και η σκαλομαρία, σκαρφαλώναμε πίσω από το τραμ η
στο πλαϊνό πεζούλι και ταξιδεύαμε τζάμπα, αλλά ήταν
επικίνδυνο.
OI KORIOI
Qumάmai
epί
katocήV
pήga
se frontistήrio
dwmάtio
mou brήkane
poύtan
san krathtήrio.
Ήtan
dίplα.
sthn Kamάra,
tέrma
sthn odό
Tsoflή
τo
palhόspito
thV qeιάV
mou ήtan
όlo
me korioί..
H xadέlfh
η δασκάλα
μου
edίdaske
t’
arcaίa
κι’
egω
den
ήxera
kalά
thn glώssa
maV thn nέa.
Mou mάqaine
pwV, «ΛύkoV
εdίwkeν
amnόn
kai o amnόV
katέfuge
mέsa
s’έna
naόν».
Ta brάdιa
όtan
pήgaina
na koimhqώ
ligάki
όl’
oi korioί
se duό
leptά
feύgane
piά
cortάtoi.
To sώma
mou kokkίnize
sa nάca
ilarά
έniwqa
san ywriάrhV
den eίca
th carά.
TreiV ebdomάdeV
άntexa
sto δράμα των
koriώn
KlaίontaV
eίpa
stouV goneίV
.........
«Kalύtera
agrάmmatoV
kai dάgkoma
skuliώn
και όχι αιμοδότης των νηστικών
κοριών.» Τ.Κ
Μία φορά με συνέλαβε ένας χωροφύλακας και με
οδήγησε στην ασφάλεια ,και ο άτιμος με τραβούσε από το
καινούριο μου πουκάμισο που κόντευε να το ξεσχίσει Εκεί ήταν
και άλλοι σκαλομαρτζήδες .Μας κράτησαν για μερικές ώρες ως που
να έρθει ο διοικητής. Ήρθε και ήταν ντυμένος σαν Γερμανός
στρατηγός ,αφού μας έκανε αυστηρές παρατηρήσεις διέταξε έναν
χωροφύλακα να μας δείρει με μία βέργα στα χέρια όπως έδερναν
και στο σχολείο. Μετά απ’ αυτό δεν ξανάκανα σκαλομαρία για
αρκετό καιρό.
Η θεία Ελισάβετ με
έβαζε να κάνω και δουλειές. Περιποιόμουν τον κήπο της έκανα
ωραίο κοτέτσι και μικροεπισκευές μέσα στο σπίτι. Αυτό που δεν
μ’ άρεσε ήταν όταν με έστελνε με τους γκαζοτενεκέδες να φέρω
νερό από την βρύση. Τα περισσότερα παλιά σπίτια στη πόλη δεν
είχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, έτσι δεν είχαν και ντους.
Υπήρχαν οι δημόσιες βρύσες στους δρόμους. Είχαμε και εμείς
εκεί στη γειτονιά μπροστά από τον Άγιο Γεώργη το νερό έτρεχε
τόσο σιγά που για να γεμίσει ο ντενεκές ήθελε μία ώρα. Εκεί
πιάνανε σειρά από τα ξημερώματα. Αφήναμε τους ντενεκέδες,
στάμνες και κουβάδες στη σειρά και φεύγαμε να κάνουμε και
άλλες δουλειές., να πάρουμε το ψωμί με το δελτίο από το φούρνο
του Μπογδάνου, και κάτι από το μπακάλικο, μια βόλτα και πίσω
για το νερό
Η Κατίνα με προγύμναζε σχεδόν σε όλα τα
μαθήματα αλλά πια να πρωτοθυμηθώ και πώς να προλάβω να μάθω
όλα αυτά μέσα σε τρεις μήνες; Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να
μπω στο γυμνάσιο και το γυμνάσιο που διαλέξαμε ήταν το τρίτο
που ήταν το μόνο που λειτουργούσε τα άλλα τα είχαν πάρει οι
Γερμανοί ..Αυτό το κτίριο ήταν πολύ παλιό και ήταν ακατάλληλο
για το στρατό και ένας άλλος λόγος ήταν που είχαμε εκεί τον
χωριανό μας καθηγητή Γιάννη Κουρτίδη που ίσως να βοηθούσε λίγο
την κατάσταση εάν χρειαζόταν .
Οι εξετάσεις
¨Όταν ήρθε καιρός για τις εξετάσεις μιλήσαμε
στον κυρ Γιάννη να έχει υπ’ όψιν του να διευκολύνει την
κατάσταση αν χρειστεί .Όταν πήγαμε για τις εξετάσει νόμιζα ότι
θα περάσω από στρατοδικείο, έτρεμα σαν το ψάρι νόμιζα ότι
έφταιγα σε κάτι που έκανα και ήμουν εγώ υπεύθυνος. Είναι
αλήθεια ότι ο Κυρ Γιάννης κάθε λίγο και λιγάκι περνούσε όταν
γράφαμε και βοηθούσε και έπαιρνα κουράγιο και μου έλεγε ότι
πάω καλά .
Τι καλά!.... Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα
μόλις και πέρασα με 11,25 Ο κυρ Γιάννης χάρηκε περισσότερο από
μένα επίσης και η Κατίνα ,όσο για τα άλλα ξαδέλφια λίγο με
ειρωνεύτηκαν, αλλά αν πεις για την άλλη την Ειρήνη (την
πατσαβούρα) που δεν με χώνευε είπε «Ε!....και οι χωριάτες τώρα
θέλουν να πάνε στο γυμνάσιο» .Δεν ξεχνούσα που ο μπαμπάς της
προπολεμικώς κάθε χρόνο άνοιξη και καλοκαίρι έφερνε όλη την
οικογένεια στο σπίτι μας για να απολαύσουν την εξοχή κάτω από
τις ωραίες ακακίες με τα φρέσκα λαχανικά και φρούτα του χωριού
και προ παντός την ευρυχωρία και την ανοιχτοσιά του χωριού δεν
την είχαν αυτοί και τα σπίτια τους ήταν σαν φρούρια
Τον Σεπτέμβριο αρχίσαμε το σχολείο και
επειδή ήταν πάρα πολλά τα παιδιά είχαμε μαθήματα μέρα παρά
μέρα και μισή μέρα μάθημα μόνο και δεν έμενα πια με τους
κοριούς .Βρήκα τον φίλο μου και συγχωριανό Θεόφιλο Γιαμούκη
που έμενε κοντά στο Τουρκικό προξενείο σε ένα παλιό αλλά
καλύτερο σπίτι με μεγάλο δωμάτιο δίχως έπιπλα μόνο τραπέζι και
καρέκλες . Η οικογένεια του Θεόφιλου ήταν ευκατάστατη, είχαν
αγελάδες ωραίο μπαξέ και ο μεγάλος αδελφός του ήταν μανάβης με
εμπορικό μαγαζί στη
Λαχαναγορά στην οδό Αγίου Δημητρίου. Κατοχή
αλλά είχαμε αυτά που θέλαμε και η μητέρα του μας προμήθευε
τυρί και προπαντός μυζήθρα φρέσκια της σακούλας .
Την πρώτη φορά που μας έστειλε μυζήθρα την
κρεμάσαμε έξω στο δένδρο για να στραγκίσει και το πρωί δεν την
βρήκαμε, την κλέψανε Μετά την σακούλα την κρεμούσαμε μέσα στο
δωμάτιό μας .Καρφώσαμε ένα καρφί στο ξύλινο ταβάνι και
κανονίσαμε όταν στράγγιζε οι σταγόνες να πέφτουν στο πάτωμα
εκεί που είχε τρύπα από ρόζο και οι σταγόνες να πηγαίνουν
κατευθείαν στο υπόγειο για να μη μυρίζει. Μετά από μερικές
μέρες εξακριβώσαμε ότι αυτό δεν ήταν και τόσο έξυπνο κόλπο
γιατί μαζεύτηκαν ποντίκια .Το πρόβλημα λύθηκε βάλαμε ένα
δοχείο νερό που έσταζε μέσα .
Με τον Θεόφιλό κάναμε καλύτερη παρέα γιατί
μεγαλώσαμε στο χωριό σχεδόν μαζί, Όταν είχαμε καιρό, που πάντα
είχαμε, πηγαίναμε για μπάνια και παίζαμε τις μηχανές με το
ποδόσφαιρο, αλλά πήραμε χαμπάρι ότι το χαρτζιλίκι μας
εξαφανιζότανε πολύ γρήγορα και μετά δεν είχαμε λεφτά να
αγοράσουμε τίποτα. Τα βράδια πηγαίναμε έξω από μια ταβέρνα και
ακούαμε τον Τσιτσάνη να παίζει το μπουζούκι και να τραγουδάει
.Μετά από καναδυό μήνες ήρθε να μείνει μαζί του ή αδελφή του
και ο αδελφός του ο μανάβης και ο πατέρας μου βρήκε άλλο σπίτι
κοντά στο Διοικητήριο. Ήταν το σπίτι του καφεκόπτη του
Αρμένιου Σεμερτζιάν που ψώνιζε τους καφέδες για το μαγαζί
(προπολεμικώς) επί κατοχής ο καφές ήταν από ρεβίθι και κριθάρι
που το ψήναμε και το σερβίρομε με ζαχαρίνη, όταν υπήρχε ,ή με
χαρουπίνη .Ο καφές από ρεβίθι ήταν λίγο πιο ακριβός
Το σπίτι του Αρμένιου ήταν βέβαια βολικό
αλλά δεν μου άρεσε το περιβάλλον καθόλου. Πρώτ’ απ’ όλα όταν
το βράδυ μαζευόντουσαν όλοι στο σπίτι και ήταν έξι άτομα
μιλούσαν όλοι τους αρμένικα και δεν τους καταλάβαινα .Τα
παιδιά τους που ήταν μεγαλύτερά μου μιλούσαν κάπου καπού
ελληνικά αλλά τις περισσότερες φορές νόμιζα ότι ζω στην
Αρμενία «Άντε» μου λέγανε «Τώρα είναι ευκαιρία να μάθεις λίγα
αρμένικα» Εγώ δεν ήξερα καλά καλά τα ελληνικά αρμένικα θα
μάθαινα;
Με τους Σεμερτζιάνηδες δεν έκατσα πολύ,
περίπου ένα μήνα .Μία άλλη συνήθεια που είχαν το αντρόγυνο
αλλά και τα παιδιά τους ήταν που έκλαναν φανερά και δυνατά.
Άσχετα αν τρώγανε ή κουβεντιάζανε και αυτό μου φαινόταν κάτι
το μη ευγενικό και τρεπόμουν .Μία μέρα δεν άντεξα και λεω στον
μπάρμπα Σεμερτζιάν «Γιατί ρε θείο κλάνετε έτσι μπροστά σε
άλλους»; Αμέσως είχε την απάντηση. «Καλά μπρε κουσούμ εσύ ντε
κλάνει» Κλάνω άλλα όχι έτσι δυνατά και φανερά .
«Α!......εσύ ύπουλο παιντί βλέπω είναι .
Μπρε αυτό είναι από το τεό ευλογία γιαβρίμ ντε πειράζει
μπροστά κλάσει κρυφά κλάσει όπως νάναι τα μυρίσει.».
Κι αυτοί ήταν πρόσφυγες από τα μέρη της
Σμύρνης. Μιλούσαν και τα τουρκικά και όταν καταλάβανε ότι
μιλούσα κι εγώ τη γλώσσα αυτή δεν τα μιλούσαν μπροστά μου
τρώγανε και πολύ σκόρδο και μπαχαρικά και το σπίτι όλο μύριζε
από ποικιλία μυρωδικών .Σ’ όλα αυτά είχαν και τη συνήθεια
μόλις μπαίνανε μέσα στο σπίτι βγάζανε τα παπούτσια τους και
όλοι καθόντουσαν ή ξαπλώνανε στα μεγάλα μιντέρια (χαμηλά
στρώματα για καθισιό) .Όσο νάναι και η μυρωδιά των ποδιών
ανακατευόταν και με τις άλλες και ήταν ( μια χαρά)
Μια μέρα πήρα τα πράγματά μου και είπα στη
γυναίκα του ότι φεύγω. Έκανε ότι στεναχωρέθηκε. .Μετά κατέβηκα
στην οδό Εγνατίας στο μαγαζί του, κοντά στη πλατεία Βαρδαρίου
και χαιρέτησα τον μπάρμπα Σεμερτζιάν και του είπα ότι πάω πια
στο χωριό .Κι αυτός έκανε ότι στεναχωρέθηκε ,μου έδωσε καφέ
ρεβίθι για τον πατέρα μου και μερικές καραμέλες για μένα τον
ευχαρίστησα και έφυγα.
Εκεί κοντά στο Φαρμακείο του Ζωγράφου
σύχναζαν πολλοί χωριανοί που γύριζαν από την λαχαναγορά .Βρήκα
τον νονό μου τον Αντώνη με πήρα και σιγά σιγά με το αλογόκαρο
πήγαμε στο χωριό. Οι γονείς μου δεν ξαφνιάστηκαν όταν με
είδαν, ήξεραν ότι δεν ήμουν ευχαριστημένος εκεί . Το σχολείο
όμως δεν το παράτησα .Τώρα από το χωριό ήταν λίγο μακριά αλλά
ήμουν κοντά στους γονείς μου και στους φίλους. Για να πάω στο
σχολείο μεταχειριζόμουνα όλα τα μέσα, κάρα, αυτοκίνητα
γερμανικά που κουβαλούσαν εργάτες, βάδισμα, αλλά και ένα τρένο
με μικρή ατμομηχανή με 5-6 βαγόνια που το είχαν ονομάσει
(Μπαλέ) έφερνε εργάτες των σιδηροδρόμων μέχρι τους
Λαχανόκηπους το πρωί και τους έπαιρνε το βράδυ πίσω στη
Θεσσαλονίκη .Κανονικά ήταν αυστηρά μόνο για τους εργάτες .
Φώναζαν οι υπεύθυνοι αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία
μόλις σταματούσε στο σταθμό ανέβαιναν όλοι οι παράνομοι
επιβάτες που ήταν κυρίως άντρες και παιδιά γιατί τα σκαλοπάτια
των βαγονιών ήταν λίγο ψηλά και το τρένο πήγαινε στο σταθμό
Κωνσταντινουπόλεως που ήταν λίγο μακριά από το κέντρο της
πόλης αλλά ήταν πολύ βολικό και τζάμπα
Μία μέρα που θα πήγαινα στο σχολείο πρωινός
πήρα μαζί μου και την τραμιτζάνα να αγοράσω ούζο για το
μαγαζί από το ουζοπωλείο του Πετρακάκη που ήταν στην οδό
Μοναστηρίου που δεν ήταν μακριά από τον σταθμό .Όλοι
ανεβαίναμε όταν το τραίνο πήγαινε προς τα πάνω γιατί στο
γυρισμό δεν σταματούσε σε κανένα σταθμό. Φαίνεται ότι οι
Γερμανοί είχαν αγανακτήσει με τους τσαμπατζήδες και μία μέρα
αφήσανε να μπουν στο τραίνο όσοι περισσότεροι μπορούσαν
.Ξεκίνησε να πάει στους Λαχανόκηπους για να αφήσει εκεί και
τους τελευταίους εργάτες ΄.Όταν κατεβήκανε αυτοί το τρένο αντί
να πάει προς την Θεσσαλονίκη τράβηξε με ταχύτητα προς το
Κιλκίς και σταμάτησε σε ένα ερημικό μέρος. Βγαίνουν ξαφνικά
από το πρώτο βαγόνι, που ήταν για το προσωπικό του τρένου,
οπλισμένοι γερμανοί με τα αυτόματα και μας κατεβάζουν όλους
κάτω. Ήμασταν καμιά πενηνταριά μικροί και μεγάλοι και μας
είπαν να μη ανεβούμε ξανά στο τρένο .Οι μεγάλοι όλοι
υπάκουσαν και τραβήχτηκαν πίσω και μέσα στα χωράφια αλλά εμείς
οι πιτσιρικάδες κάτσαμε κοντά στα βαγόνια .Ξαφνικά έβαλε μπρος
τη μηχανή προ τα πίσω .Ορμηξαμε να ανεβούμε και τα καταφέραμε
αλλά ξανασταμάτησε.
Οι στρατιώτες αυτή τη φορά ήταν λίγο πιο
αυστηροί και θυμωμένοι, ένας πυροβόλησε στον αέρα αλλά και στο
ψαχνό αν έριχνε ποίος θα τον εμπόδιζε; Έτσι πήραμε το δρόμο
γραμμή γραμμή πίσω για το χωριό που ήταν περί τα τριάντα
χιλιόμετρα και τα κάναμε με τα πόδια . Μας πήρε περίπου 5-6
ώρες να γυρίσουμε στο χωριό, για πολλούς ήταν αστείο και
γελούσαν. Για αρκετές μέρες ο κόσμος δεν ανέβαινε στον Μπαλέ
επίσης και γώ αλλά μετά κανένα μήνα ξαναρχίσαμε πάλι, όταν
μπορούσαμε .
Όλες οι συγκοινωνίες του χωριού είχαν
σχεδόν έδρα το καφενείο του Διαμαντόπουλου ήταν σαν πρακτορείο
. Με τον γιο του τον Φώτη ήμασταν πολύ καλοί φίλοι και πάντα
πρωί και βράδυ βρισκόμουν εκεί. Κι αυτός ήθελε πολύ να πάει
στο γυμνάσιο αλλά λόγω της καταστάσεως δεν τον έστειλαν οι
γονείς του στο γυμνάσιο ΄Ο πατέρας του είχε καλή μόρφωση ήξερα
καλά τα Ελληνικά αλλά και τα Τουρκικά είχε υπηρετήσει στη
χωροφυλακή και διετέλεσε πρόεδρος του χωριού καναδυό φορές
.Όταν έβλεπε ότι εγώ πήγαινα στο γυμνάσιο αποφάσισε κι αυτός
να στείλει τον Φώτη να έρχεται μαζί μου ,δεν ξέρω πως τα
κατάφερε δίχως να δώσει εξετάσεις και στη μέση του χρόνου τον
έγραψε και μάλιστα στο τέταρτο γυμνάσιο που μόλις το είχαν
παραχωρήσει οι Γερμανοί να ξαναλειτουργήσει. Για να πηγαίνουμε
μαζί μας είχε βρει ένα ποδήλατο με λάστιχα συμπαγή από
καουτσούκ, η χαρά μας ήταν απερίγραπτη που θα είχαμε στη
διάθεσή μας και ποδήλατο .Λίγοι ήταν τότε αυτοί που είχαν
ιδιωτικά ποδήλατα . Δοκιμάσαμε μια μέρα, ο ένας καθόταν πίσω
στη σχάρα ή μπροστά επάνω στον σωλήνα και πήγαμε μέχρι κοντά
στη πλατεία του Βαρδάρη και το αφήσαμε να μας το φυλάει ένα
γνωστός τους καφετζής και απ’ εκεί με τα πόδια σχολείο, Δεν
μας πολυάρεσε η ιδέα διότι ο Εθνικός μας δρόμος είχε τα χάλια
του . Είχε καταστραφεί από τα τανκς και τη πολύ κίνηση των
γερμανικών αυτοκινήτων και ήταν όλο λακκούβες και με ποδήλατο
με τροχούς από καουτσούκ πήγαινε πιο σιγά και από το
περπάτημα, έτσι προτιμούσαμε να πάμε με τα πόδια η αν
βρίσκαμε κάρο, αυτοκίνητο του Στράτου ή με τον Μπαλέ.(ειδικό
τρένο για εργάτες) Ο Φώτης δεν μπόρεσε να συνεχίσει ούτε μέχρι
να τελειώσει η χρονιά του 1943,τα παράτησε κατά τον Μάιο
περίπου .Δεν μπορούσε να ξυπνάει νωρίς διότι όταν ήμασταν
πρωινοί έπρεπε στις 6 το πρωί να είμαστε στο δρόμο και μέχρι
το σχολείο η απόσταση ήταν περί τα 12 χιλιόμετρα .Όπως
κατάλαβα δεν του άρεσε και τόσο πολύ το γυμνάσιο. Ηταν όμως
μανιώδης πολιτικάντης του άρεσε η πολιτική όπως και του μπαμπά
του, στο καφενείο τους μαζευόντουσαν όλοι που τους άρεσε να
συζητούν πολιτικά και άρεσε να τους ακούει .Όλοι τους ήταν
φανατικοί Βενιζελικοί όπως και οι χωριανοί μας όλοι. Του άρεσε
να διαβάζει εφημερίδες και πάντοτε προσπαθούσε να μιλάει στην
καθαρεύουσα με λέξει σπάνιες που ανακάλυπτε στην εφημερίδα και
τις αμολούσε όταν εύρισκε την ευκαιρία και όταν δεν ταίριαζε.
Εγώ συνέχισα να σηκώνομαι νωρίς στις 6π.μ.
και να πηγαίνω στο σχολείο στην ώρα μου .Μία μέρα όμως άργησα
να πάω σχολείο για περίπου δύο ώρες .Μόλις άρχισε να φέγγει
είχα φτάσει περπατώντας στην διασταύρωση του Κιλκίς στο 7
χιλιόμετρο .Στο δρόμο δεν υπήρχε άλλος αλλά ο δρόμος ήταν
μπλοκαρισμένος από φορτηγά στρατιωτικά οχήματα και αρκετοί
στρατιώτες .Ένας από τους στρατιώτες που ήταν σαν σκοπός μου
έκανε από μακριά σήμα να σταματήσω .Στη αρχή νόμισα ότι έγινε
ατύχημα και τρακάρανε. Από πίσω μου ερχόταν και ένα κάρο αλλά
ήταν μακριά . Ήμουν περίπου 200 μέτρα μακριά και έβλεπα μεγάλη
κίνηση στο μέρος εκείνο που είχαν αφαιρέσει το χώμα για να
γεμίσουν και να κάνουν τις γραμμές και ήταν άχρηστο μέρος αλλά
είχαν μία μεγάλη ξύλινη παράγκα που έμεναν στρατιώτες. Ξαφνικά
άρχισαν τα φορτηγά να κινούνται προς το μέρος εκείνο και από
τα φορτηγά να κατεβαίνουν ανά δέκα, περίπου, σαν να ήταν
χειροπιασμένοι στη σειρά άνθρωποι πολίτες και να πηγαίνουν σε
μικρή απόσταση από τα αυτοκίνητα και εκεί να εκτελούνται κατά
ομάδες των δέκα

