Τρεις  φορές τυχεροί- άτυχοι

 

  Όταν τελείωσε ο πόλεμος όλος ο κόσμος πίστευε πως οι μέρες που έρχονται θα είναι καλύτερες από της κατοχής αλλά η χώρα μας είχε εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο που ήταν χειρότερος από την κατοχή. Αυτή είναι μία μεγάλη ιστορία  που πρέπει να διαβαστεί σε άλλο βιβλίο για γνώση και συμμόρφωση.

  Η κατάσταση δεν ήταν όπως θα έπρεπε και κάναμε μια σκέψη να φύγουμε στην Αμερική , αφού ο πατέρας μου είχε ακόμα την αμερικανική υπηκοότητα. Είχε δε υπηρετήσει και στον αμερικανικό στρατό στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε κάποια δικαιώματα σαν Αμερικανός πολίτης .

  Τη σκέψη αυτή ο πατέρας μου δεν την άρεσε και πολύ διότι τότε ήταν περίπου 55 χρονών και το άλλο ήταν ότι είχε κακιά πείρα από τη ξενιτιά και την προσφυγιά .Είχε το σπίτι του το μαγαζί του το κτήμα του και δεν ήθελε να εμπλακεί σε καινούριες περιπέτειες και αφού το σκέφτηκε πολύ καλά το πράγμα το απέρριψε μια και έξω,

  Μια μέρα έμαθε από έναν φίλο του που είχαν συνυπηρετήσει ότι υπάρχει ένας Σύλλογος Ελλήνων Αποστράτων του Αμερικανικού Στρατού (The American Legion) Τον στείλαμε με το ζόρι να πάει να δει και να μάθει αν μπορούσα να φύγω εγώ με πρόσκληση του θείου μου .Όταν πήγε εκεί έμαθε ότι μπορούσα να πάω αλλά υπήρχε μεγάλη σειρά αναμονής ,αλλά έμαθε ότι μπορούσε και δικαιούταν να πάρει κάποια σύνταξη του στρατού και μάλιστα και τα καθυστερημένα που ήταν αρκετές χιλιάδες δολάρια . Αν και δεν ήταν άνθρωπος του χρήματος οι φίλοι του συλλόγου κι’ εμείς τον βάλαμε να κάνει την αίτηση για τη σύνταξη και ότι άλλο δικαιούταν να τα πάρει.

  Υπέβαλε το απολυτήριό του και ότι άλλα δικαιολογητικά ήθελαν και περιμέναμε να πάρουμε μια μέρα αρκετά χρήματα για να αλλάξει λίγο και η ζωή μας ,που δεν στερηθήκαμε πολλά αλλά δεν είχαμε και τα απαραίτητα που θέλαμε..

  Η υπόθεση αυτή πήρε περίπου τέσσερα χρόνια διότι όταν κατατάχθηκε τότε ήταν κάτοικο Μ. Ασίας με το όνομα Καραμπέτσογλου και η αλλαγή του ονόματός του σε Κολοκοτρώνης μπερδεύτηκαν και για να διαλευκανθεί  αν δεν έπαιρνε κάποιος άλλος τέτοια σύνταξη μ’ αυτά τα ονόματα άργησε να εγκριθεί .Αλλά κάποτε το 1953 εγκρίθηκε και τον καλούσανε να πάει να εισπράξει ένα αρκετά μεγάλο ποσό για την εποχή εκείνη αλλά δυστυχώς δεν ζούσε πια .Λίγες μέρες πριν πέθανε από καρκίνο των πνευμόνων ..

  Η ελπίδα τώρα στράφηκε στη μητέρα μου που σύμφωνα με τον νόμο δικαιούταν να πάρει ένα ποσοστό της σύνταξης αλλά έπρεπε να κάνουμε άλλη αίτηση στο Υπουργείο Στρατιωτικών των ΗΠΑ. Δίχως καθυστέρηση κάναμε τα χαρτιά και τα στείλαμε .Αυτά δεν άργησαν τόσο, ήρθαν σε ένα χρόνο περίπου αλλά όταν καλούσαν τη μητέρα μου να πάει να εισπράξει το τσεκ δεν ζούσε κι’ εκείνη. Είχε πεθάνει από αρρώστια των νεφρών στις 13 του Νοέμβρη του 1954, λίγες ώρες μετά που έφυγα από κοντά της για να μεταναστεύσω στην Αυστραλία .

  Η τελευταία ελπίδα έμεινε στην αδελφή μου η οποία ήταν τότε 17 ετών και σαν ανήλικη μπορούσε να πάρε το ¼  του ποσού . Την συμβουλέψανε από το Σύλλογο να υποβάλει τα χαρτιά της όσο μπορούσε πιο γρήγορα πριν ενηλικιωθεί και γίνει 18.. Είχε περισσότερο από ένα χρόνο μπροστά της και ήλπιζε να προλάβει αλλά για κάποιο λόγο καθυστέρησαν την υπόθεση για να γίνει 18 και να την ειδοποιήσουν ότι είχε ενηλικιωθεί και δεν δικαιούταν τίποτα από την σύνταξη του πατέρα της. Και έτσι έγινε . Αφού καταξοδευτήκαμε στο τέλος χάσαμε όλες τις τρεις ευκαιρίες . Τρεις φορές άτυχοι.

 

       

 

Σκίτσο (δικό μου) το καφενείου και σπίτι του πατέρα μου που κτίσθηκε το 1925 στη Νέα Μαγνησία της Θεσσαλονίκης. Σκίτσο Τ.Κ

 

                   

 

1931 Η μητέρα μου. Δεξιά της  με το μεγάλο μου αδελφό Βάσο που πέθανε εκείνη τη χρονιά έξι ετών από ελονοσία και εγώ αριστερά της περίπου δύο χρονών.

 

  Η ελονοσία και ο τύφος ήταν οι αρρώστιες που έπλητταν τότε εκείνα τα χρόνια τα παιδιά της μικρής ηλικίας .Η περιοχή αυτή είχε πολλά έλη και τα κουνούπια σκότωναν ακόμα και μεγάλους διότι δεν υπήρχε το φάρμακο να καταπολεμηθούν .Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχανε ένα ή δύο παιδιά από την αρρώστια αυτή.

 

 

 

 

 

1935 Επάνω αριστ. Εγώ μπροστά στην πόρτα του καφενείου. Πάνω δεξιά. Μπροστά στην αυλή του σπιτιού, η μητέρα μου έγκυος στην αδελφή μου Βασιλική και κάτω 1933 εγώ στην Έδεσσα.

 

           

     

 

         Ο Πατέρας μου δεξιά με χωριανούς πελάτες απολαμβάνουν το καφεδάκι τους

                                                                                                                                                                                               

 

      

 

1947.Ο Πατέρας μου ,Πρόδρομος, η μητέρα μου Αγγελική  κι εγώ μπροστά στο καφενείο του πατέρα μου

 

1949 Έλληνες απόστρατοι του Αμερικανικού στρατού του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Άνω στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη. Κάτω. Τα μέλη της Ελληνο-Αμερικανική Λεγεώνας Θεσσαλονίκης .Ο πατέρας μου από τους καθήμενους  πρώτος αριστερά.

 

                                                               Ο ΠΑΙΔΙΚΟΣ  ΚΟΣΜΟΣ  ΤΟΥ  ΧΩΡΙΟΥ                                                 

                                                            

   Τα παιδιά που ήρθανε το 1922 με τους πρόσφυγες γονείς τους στην Ελλάδα είχαν κάποια τραυματική εμπειρία στη ψυχή τους από τα γεγονότα του ξεριζωμού Όπως οι μεγάλοι έτσι και αυτά περισσότερο ταλαιπωρήθηκαν να ζουν μέσα σε παράγκες και σε αντίσκηνα σε άθλιες καταστάσεις που τους μάστιζε και η ελονοσία.  Μετά το 1925 όταν η Κρατική Υπηρεσία Οικισμού άρχισε να κτίζει σπίτια για τους πρόσφυγες άρχισαν να βρίσκουν το δρόμο προς την ομαλότητα. .Γινόντουσαν πολλοί γάμοι για να δικαιούνται σπίτι και γεωργικό κλήρο και άρχισαν να γεννούν την νέα Ελληνο-γεννημένη γενεά των παιδιών που θα διέφεραν από αυτά που ήρθαν από την Μιαρά Ασία . Παρ όλα αυτά όμως η νέα γενεά δεν διέφερε και πολύ από αυτά που είχαν έρθει προσφυγόπουλα και ήταν λίγο μεγαλύτερα . Οι γονείς τα ανατρέφανε με τον ίδιο τρόπο που τα μεγάλωναν και στο χωριό τους .Διατηρούσαν όμως την Ορθόδοξη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα αλλά στη τουρκική γλώσσα που τη θεωρούσαν σαν μητρική . Μετρημένοι ήταν αυτοί που μιλούσαν καλά την Ελληνική γλώσσα και ήταν εκείνοι πού είχαν πάει μέχρι την τετάρτη τάξη, που ήταν τότε τα σχολεία, μιλούσαν αλλά όχι και τόσο καλά και προτιμούσαν την τουρκική. Και ένα άλλο μειονέκτημα σε σύγκριση με τα παιδιά των πόλεων ήταν ότι έως που να γίνουν οι οικισμοί (δίχως σχολεία) τα παιδιά μεγάλωναν δίχως να μαθαίνουν τα βασικά γράμματα.

 

 

Το Νηπιαγωγείο της Έδεσσας Αυτό το κτίριο με τα κάγκελα ήταν το πρώτο μου σχολείο. Πήγα στο νηπιαγωγείο και ήταν το 1935. Με έστειλαν εκεί στη θεία Μαρία (αδελφή της μητέρας μου) γιατί το χωριό μας δεν είχε νηπιαγωγείο.


Το πρώτο σχολείο που έγινε στο χωριό μου ήταν περίπου το 1927. Πέντε χρόνια μετά την προσφυγιά που δεν ήταν υποχρεωτικό. Στην αρχή  στεγάστηκε στον παλιό τούρκικο οικισμό στα Καραπασχαλαίϊκα μέσα σε έναν αχυρώνα ,αλλά επειδή το μέρος αυτό ήταν μακριά και η λάσπη το χειμώνα ήταν μέχρι το γόνατο το μετέφεραν στην αποθήκη του Γεώργη Τερζόγλου που ήταν περίπου στο κέντρο και των δύο οικισμών, Διαβατά και Ν Μαγνησίας που χωρούσε  περίπου τριάντα παιδιά .

  Το 1930 (περίπου) ο συμπατριώτης μας πρόσφυγας από την Προύσα Παν. Χατζηευστρατίου κέρδισε πολλά χρήματα σε ένα λαχείο και έχτισε ένα μεγάλο διώροφο κτίριο ειδικό με έξι δωμάτια για κουκούλια για την παραγωγή μεταξιού αλλά είχε κάποια αποτυχία και μετά από δύο-τρία χρόνια το κτίριο το νοίκιασε στο κράτος για να το μεταχειριστεί σαν σχολείο .Έτσι κατά το 1933 που η παιδεία πια ήταν υποχρεωτική και τα παιδιά αυξήθηκαν το κτίριο αυτό γέμισε από παιδιά με έξι τάξεις και 4 δασκάλους .Τα παιδιά που είχαν πάει στα άλλα σχολεία είχαν μάθει λίγα Ελληνικά αλλά τα καινούρια που γράφτηκαν στο καινούριο σχολείο είχαν πρόβλημα να προσαρμοστούν στην καινούρια γλώσσα  αλλά τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα και με τους καλούς δασκάλους που είχαμε μαθαίναμε γρήγορα τα Ελληνικά .Όλα τα παιδιά ήταν δίγλωσσα και ορισμένα που προέρχονταν από ντόπιους που μιλούσαν και την σλαβική ήξεραν τρεις γλώσσες .

   Στο σχολείο αυτό γράφτηκα το 1936 και δεν είχα πρόβλημα με τα Ελληνικά διότι στο καφενείο άκουα και τις δύο γλώσσες και τις μάθαινα συγχρόνως αλλά και πριν πάω στο σχολείο ήξερα να διαβάζω λίγο από τις εφημερίδες ιδίως τα κεφαλαία γιατί κάθε πρωί πήγαινα στο σιδ. Σταθμό και αγόραζα τις εφημερίδες «Μακεδονία και Φως» γιατί μερικοί διάβαζαν και εξηγούσαν στους άλλους τα νέα .  Κοντά στο σχολείο και μάλιστα μπροστά είχε ανοίξει μπακάλικο η κυρά Λοξία και πουλούσε σχολικά είδη και καραμέλες .Όσα παιδιά είχαν λεφτά αγόραζαν μία φλόκα η πετειναράκι που το γλύφανε σχεδόν όλοι με την σειρά .Εάν κάποιο παιδί έφερνε κανένα κυδώνι και τολμούσε να το φαει μπροστά στα άλλα παιδιά όλοι ήθελαν να δαγκάσουν λίγο και μερικά για να μη δαγκάνουν  πολύ το δάγκανε αυτός που το είχε όσο ήθελε και τους το έδινε .Το μεσημέρι όλα τα παιδιά πήγαιναν στα σπίτια τους και το απόγευμα είχαμε πάλι μαθήματα Τα κορίτσια παίζανε τα δικά τους παιχνίδια ,το κουτσό την κολοκυθιά , το πούντο πούντο νάτο-νάτο στην αμυγδαλιά από κάτω και τα αγόρια .τα τσελίκια τις μπίλιες του χαρταετούς και άλλα παιχνίδια .Τα παιδιά ήταν χωρισμένα σε μαχαλάδες και σε παρέες αλλά συμμετείχαν στα κοινά παιχνίδια όπως το ποδόσφαιρο που ήταν συνήθως  η μπάλα από πανί και παίζαμε ξυπόλητοι στις μεγάλες αυλές των σπιτιών .Ο αθλητισμός δεν ήταν οργανωμένος καλά διότι δεν υπήρχε η πρωτοβουλία αλλά ούτε και η υποδομή. Πριν από τον πόλεμο, στην πραγματικότητα ο αθλητισμός ήταν ανύπαρκτος και στους δύο συνοικισμούς της κοινότητας.

  Επί κατοχής που ήρθαν μερικές οικογένειες δικές μας  από την Αθήνα και Πειραιά σαν πρόσφυγες στο χωριό και είχαν παιδιά που παίζανε ποδόσφαιρο οργάνωσαν μία ομάδα και μας μάθαιναν το σωστό τρόπο και τους κανονισμούς του παιχνιδιού και με κανονική μπάλα από δέρμα αλλά παίζαμε δίχως παπούτσια .Τα πόδια μας από κάτω ήταν σαν τσαρούχια από την αξυπολταρία

 .

                                                   Η  ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ  ΖΩΗ

                                                                                                                                                     

Η κοινωνική ζωή των παιδιών στο χωριό ήταν περιορισμένη λόγο του μορφωτικού επιπέδου των γονέων και των ασχολιών που είχαν, με την κηπουρική, τη γεωργία τη κτηνοτροφία κλπ που περιόριζε τις κοινωνικές  δραστηριότητες τους  .Ορισμένα παιδιά που είχαν πρόσβαση να πηγαίνουν στην πόλη της Θεσσαλονίκης είχαν την ευκαιρία να πάνε σ’ ένα κινηματογράφο η σε θέατρο να δουν ποδοσφαιρικό ματς και αυτό τους έδινε την ευκαιρία να αναπτύξουν θάρρος, πρωτοβουλία και πνευματική καλλιέργεια ,και αυτά τα παιδιά ήταν μετρημένα και θα ήταν καμιά δεκαριά που ανήκαν σε οικογένειες που ασχολούνταν με μαγαζιά  και οι γονείς τους ήταν (εσνάφηδες) επαγγελματίες.

   Ένα από τα παιδιά αυτά ήμουν κι εγώ που έτυχε ο πατέρας μου να έχει καφενείο αλλά είχε  και αρκετά ξαδέλφια στη Θεσσαλονίκη, έτσι είχαμε συχνή επαφή μ’ αυτούς, με άλλους επαγγελματίες που κάναμε τα ψώνια για το μαγαζί και με την ευκαιρία αυτή αλώνιζα όλη την πόλη. Κάθε φορά εμένα έστελνε ο πατέρας μου να κάνω τα ψώνια και μου άρεσε αυτό. Ήμουν λίγο περίεργο παιδί ήθελα να εξερευνώ και να μαθαίνω όλες τις συνοικίες και να περιεργάζομαι τα σπίτια τα μαγαζιά τους ανθρώπους ,τα κάρα ,τα αυτοκίνητα και τα καΐκια στην παραλία και πολλές φορές ξεχνούσα ότι έπρεπε να πάω πίσω τα ψώνια και τη πλήρωνα την αμέλεια μου ακριβά .Έτρωγα ξύλο με το «τσουβάλι» από τον πατέρα μου που ήταν πολύ αυστηρός  όταν αργούσα.

   Μία μέρα μ’ έστειλε στη Θεσσαλονίκη να του αγοράσω ούζο και ήταν καλοκαίρι του 1942. Πήρα τις δύο τραμητζάνες των πέντε κιλών, πάω στον κύριο Πετρακάκη (ήταν αργότερα και δήμαρχος Θεσσαλονίκης) που το ουζάδικό του ήταν στην οδό Μοναστηρίου κοντά στον Σταθμό και παραγγέλνω να μου τις γεμίσει .Τον πληρώνω και του λεω ότι θα  «έρθω σε λιγάκι» και φεύγω για το Λευκό Πύργο να κάνω και λίγο μπάνιο. Τότε όλα τα παιδιά έκαναν μπάνιο γυμνοί διότι δεν είχαν μαγιό και δεν ήθελαν να βρέξουν το σώβρακο. Ξεντύθηκα και άφησα τα ρούχα μου στην άκρη και πήγα στη σκάλα να κάνω μερικές βουτιές τρέχοντας .Αυτές τις βουτιές τις απολάμβανα .Όλοι μικροί μεγάλοι τρέχαμε και δώστου βουτιά ,το νερό έβγαζε αφρούς και άλλαζε χρώμα σε ανοιχτό γαλάζιο ,άσπρο και σήκωνε κύματα . Μία όμως από αυτές τις βουτιές κόντεψε να είναι και τραγική διότι σε μια βουτιά που έκανα έπεσα με το κεφάλι μου πάνω σε έναν μαντράχαλο που βρέθηκε μπροστά μου να κολυμπάει ανάσκελα και τον κτύπησα πάνω στο στήθος .Έκανα λίγα λεπτά για να συνέλθω, τα ίδια και αυτός, αλλά αυτός έγινε θηρίο. Άρχισε να βρίζει και δεν άφησε ούτε την μάνα μου ούτε την αδελφή μου ακόμα και τον πατέρα μου και άρχισε να με κυνηγάει κολυμπώντας. Εγώ τράβηξα στα βαθιά προς τα μπλόκια (στους κυματοθραύστες) αλλά με ακολουθούσε . Ανέβηκα στα γρήγορα και άρχισα να τρέχω, όταν τελείωσαν ξαναβούτηξα για να βγω έξω στην άμμο αλλά εγώ ήμουν 13 ετών και αυτός ο ρουφιάνος θα ήταν περίπου είκοσι χρονών μαντράχαλος . Με έπιασε ο κερατάς και μου τράβηξε ένα ξύλο που ακόμα το θυμάμαι. Το βρεγμένο μου κορμί το μαύρισε από τα κτυπήματα και εάν δεν τον τραβούσαν κάτι άλλοι ίσως να με σακάτευε για καλά .Πήγα πήρα τα ρούχα μου να φύγω. Τρέχει ξανά αρπάζει τα ρούχα μου και τα πετάει στη θάλασσα.   Εξαγριώθηκαν μερικοί αλλά τα έβαλε και μ’ αυτούς, φαινόταν να είναι καβγατζής και κακός άνθρωπος. Λοιπόν, τώρα σκεπτόμουν το ούζο και τον πατέρα μου που θα με περίμενε αλλά εγώ έπρεπε να στεγνώσω τα ρούχα και θα έπαιρνε καμία ώρα και ίσως παραπάνω .

    Ντύθηκα με μισοβρεγμένα ρούχα πήρα τις ντραμητζάνες και τράβηξα τροχάδην για το σπίτι. Όταν έφτασα εκεί ήταν αργά το απόγευμα και ήμουν προετοιμασμένος για μία άλλη δόση ξυλοδαρμού από τον πατέρα μου .Φτάνοντας στο μαγαζί τον είδα να στέκεται μπροστά στην πόρτα  σαν θηρίο να με κατασπαράξει .Ε…είπα από μέσα μου  «Τάσο άλλη μία μπόρα και θα περάσει».Αφού άκουσα πρώτα όλα τα τουρκικά διακοσμητικά επίθετα ήρθε η στιγμή της πρακτικής εφαρμογής της οικιακής νομοθεσίας που ήταν ένα Σουλτάν μερεμέτι (Σουλτανική περιποίηση) μπροστά στη πελατεία Κάθε φορά που έτρωγα ξύλο στο καφενείο πάντα με γλίτωνε ο νονός μου ο Αντώνης Χουρσόγλου, αν ήταν εκεί, αν όχι αυτός ,ήταν ο  κλητήρας Αβραάμ Τρελλόπουλος  που δεν απουσίαζε και ήταν ο μόνος που έπινε καφέ σκέτο δίχως ζάχαρη και πλήρωνε μισή τιμή. Επειδή αυτός ήταν ευεργέτης μου να επεμβαίνει να μη τρωω πολύ ξύλο του έκανα  καφέ και δεν του έπαιρνα λεφτά ,έτσι για αντάλλαγμα να τον ευχαριστήσω. Η γυναίκα του η Κατίνα με την μητέρα μου ήταν εξαδέλφες γι’ αυτό ίσως με συμπαθούσε, ήταν λίγο νευρικός αλλά καλός άνθρωπος

     Καλός άνθρωπος και δίκαιος ήταν ο πατέρας μου, μ’ αγαπούσε πολύ γιατί ήμουν και μοναχογιός αλλά ήταν αυστηρός. Ήξερα ότι κάθε φορά που μ’ έδερνε είχε δίκαιο και δεν κρατούσα κακία απέναντι του διότι όταν έβαζα κάτι στο μυαλό μου να το κάνω έλεγα. «Ε…δεν βαριέσαι θα φαω λίγο ξύλο και θα περάσει» και το έκανα. Είχα μάθει και εφάρμοζα ένα κόλπο. Μόλις έλεγε. «Βρε πεζεβένκη πού γύριζες πάλι;»  Πατούσα τα κλάματα πριν ακόμα με περιλάβει στο ξύλο για να με λυπηθεί, στις αρχές έπιασε αυτή η ηθοποιία  αλλά κατάλαβε το κόλπο και δεν περνούσε πια .Ένα άλλο κόλπο που είχα ήταν όταν κινδύνευα να τις αρπάξω έτρεχα να τις μαζέψω από του σπιτιού τη μεριά κοντά στη μαμά για να με γλιτώσει η μητέρα μου αλλά αν το παράπτωμα ήταν σοβαρό και έμπαινε στη μέση άρπαγε κι αυτή καμιά .

  Όταν με γλίτωνε και έφευγε ο μπαμπάς στο μαγαζί με έδερνε αυτή αλλά με τσιμπήματα στο πισινό και τράβηγμα των αφτιών μου που ήταν πιο χειρότερα .Και έλεγα καμιά φορά από μέσα μου…..(Για δες ρε μάνα που έτυχα).

   Μια Κυριακή απόγευμα στο μαγαζί είχαμε πολύ πελατεία και είχε λίγη έλλειψη από ντομάτες ,πιπεριές , αγγουράκια και άλλα, μ’ έστειλε με τα δύο καλάθια στο μπαξέ του μπάρμπα Ραχμάνη που ήταν περίπου δέκα λεπτά με τα πόδια απέναντι από το καφενείο μας και κοντά στον νερόμυλο. Πηγαίνοντας εκεί πλάι-πλάι από το ποταμάκι συναντάω τους φίλους μου που πήγαιναν να κάνουν μπάνιο εκεί μπροστά από το μύλο που το ποτάμι ήταν φαρδύ είχε αμμουδιά και κρυστάλλινα νερά .Αμέσως μ’ έβαλαν σε πειρασμό να πάω κι εγώ και επέμεναν να πάω μαζί τους για ένα γρήγορα μπάνιο. Πάω στο μπαξέ ,που ήταν απέναντι από τον μύλο και λεω στον μπάρμπα Γεώργο. «Θείο, ο μπαμπάς θέλει ντομάτες, πιπεριές, αγγουράκια και λίγα απ’ εκείνα τα  κοκκινογούλια, ετοίμασε τα και εγώ θα’ έρθω αμέσως» .Ο μπάρμπα γεώργος κατάλαβε ότι πήγαινα για κολύμπι και μου λέει «Τάσιο παιδίμ μη πηγαίνς γιατί ου μπαμπάς θα σι περιμέν ,να μη σ’ δειρ πάλ ρε γιόκαμ».Ο μπάρμπα Γεώργης ήταν πρόσφυγας κι αυτός αλλά από την Ανατολική Θράκη και ήταν άριστος κηπουρός και έμενε με την οικογένειά του μέσα στο κτήμα του .Ήμασταν και γείτονες στα χωράφια και αργότερα και στα σπίτια ήταν καθημερινός πελάτης και πολύ καλός φίλος του μπαμπά .Κάθε βράδυ χειμώνα καλοκαίρι μετά τη δουλειά ερχόταν και έπινε μερικά ούζα με τον μπαμπά μου. Ο δόλιος δεν άκουσα την συμβουλή του μπάρμπα Γεώργη. Πήγα με την παρέα μου και απολαύσαμε ένα θαυμάσιο κολύμπι και ξεχάστηκα εκεί.

   Ο πατέρας μου όταν είδε ότι άργησα ανησύχησε μήπως είχα πάθει τίποτα το σοβαρό .Παράτησε το μαγαζί τράβηξε για να δει τι έπαθα και άργησα τόσο .Ενώ αυτός ερχόταν εγώ γύριζα με τα καλάθια γεμάτα άκρη άκρη από το ποταμάκι και λίγο ηλιοκαμένος με βρεμένα τα μαλλιά και συναντηθήκαμε στα μισά του δρόμου. Μόλις τον είδα να έρχεται με τα μεγάλα βήματά του λεω. «Ωχ.. αμάν κάηκα ποιος θα με γλιτώσει εδώ στην ερημιά;» Άφησα τα καλάθια κάτω και ήμουν έτοιμος να κατουρηθώ .Όταν είπε «πού ήσουνα βρε πεζεβένκη». Αυτό ήταν άρχιζε η παράσταση .Κατάλαβε ότι πήγα και για κολύμπι ,όταν άρπαξα μερικές γερές στο πισινό μου με άρπαξε με σήκωσε ψηλά και με μια ριξιά βρέθηκα πάλι μέσα στο ποτάμι .με έβγαλε με έδειρε λίγο και βρεμένο. Αμέσως θυμήθηκα το ξύλο του Λευκού Πύργου. Πήρε τα δύο καλάθια στο ένα χέρι και στο άλλο έμένα και δρόμο για το μαγαζί .Όταν φτάσαμε εκεί και μάλιστα μπροστά στους πελάτες άρπαξα μερικές ακόμα .Έτρεξε ο φουκαράς ο νονός μου να με γλιτώσει αλλά κόντεψε να τις φαει κι αυτός .Το ίδιο θα πάθαινε και η μητέρα μου. Έγινα λίγο ρεζίλι αλλά και το κολύμπι εδώ που τα λέμε ήταν καλό , μετά , ήξερα ότι τα αγαθά τα αποκτάς με κόπο και καμιά  φορά με ξύλο .Μετανοούσε και τον έβλεπα μετά να στεναχωριέται πήγαινα τον αγκάλιαζα και ζητούσα να με συγχωρέσει για τα σφάλματα που έκαμνα και γινόμασταν γρήγορα φίλοι και ποτέ δεν μου χαλούσαν το χατίρι ίσως διότι είχαν χάσει δύο παιδιά. Την αδελφή μου την πήρε η θεία και εγώ ήμουν ο μόνος που είχαν και ήθελαν να μου δώσουν καλή ανατροφή και δεν με στερούσαν από τίποτα που μπορούσαν να κάνουν για μένα και μπορώ να πω με υπερηφάνεια  ότι ήταν άξιοι γονείς .

 

 

                                                                             Η  ΓΙΟΡΤΗ  ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΗ                                                  

 

Η γιορτή αυτή του Αγίου Ιωάννη στις 7 Ιανουαρίου ξέρω ότι είναι σπουδαία και την γιορτάζουν χιλιάδες Γιάννηδες στη χώρα μας αλλά είχε γίνει σπουδαιότερη όταν Πρωθυπουργός της χώρας μα έγινε ο  Ιωάννης Μεταξάς. Θυμάμαι ότι είχε βάλει λίγη τάξη και πειθαρχία στον κόσμο και τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται και το βιοτικό επίπεδο να καλυτερεύει .Οργάνωσε την νεολαία και ενθάρρυνε σε όλους τον πατριωτισμό και αργότερα όταν η χώρα μας απειλήθηκε από τους Ιταλούς φασίστες είχε το θάρρος και την λεβεντιά να τους πει το «μολών λαβε» των προγόνων μας με ένα απλό ΟΧΙ . Ναι, ξέρουμε ότι είχε δικτατορική κυβέρνηση και δεν ήταν για όλο τον κόσμο καλό

   Ο άνθρωπος αυτός έδινε μια φορά το χρόνο μία μέρα αργία σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στους αγρότες να γιορτάζουν την ονομαστική του εορτή με μεγαλοπρέπεια. Χορηγούσε στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς χρήματα για να τα διαθέσουν σε  διασκέδαση την ημέρα αυτή. Θυμάμαι πολύ καλά τότε πρόεδρος του συνεταιρισμού Νέας Μαγνησίας ήταν ο Θεόδωρος Χατζηχριστοδούλου (η Καραμαλάκης) άνθρωπος δραστήριος και έξυπνος και με πέντε παιδιά  δούλευε λίγο στο χωράφι και περισσότερο έτρεχε στα γραφεία της Ομοσπονδίας Αγροτών και σε άλλες υπηρεσίες για να εξυπηρετεί τους αγρότες ,κατόρθωνε όμως να παίρνει και γερές επιδοτήσεις για τα γλέντια της ονομαστικής εορτής του Πρωθυπουργού

   Τα πάρτι τα διοργάνωνε πάντοτε στο καφενείο μας που ήταν αρκετά μεγάλο να χωρέσει τα μέλη του συνεταιρισμού ,έτσι έδινε και λίγη δουλειά στον πατέρα μου να βγάλει κανένα μεροκάματο .Τα φαγητά που ετοίμαζε η μητέρα μου ήταν κάτι που δεν θα το ξεχάσω .Τα κρέατα τα παίρναμε από τον Ρήγα που είχε χασάπικο (παράγκα) απέναντι από το καφενείο του Αναστάση Ταξηντάρη  και τα μεζελίκια από το μπακάλικο του Σκέντζου και τα ζαρζαβατικά άφθονα και τζάμπα από τους μπαξεβάνους μας .Το γλέντι που άρχιζε από την προηγούμενη μέρα  και έφτανε στο αποκορύφωμα την ημέρα του Αγίου Ιωάννη (του Μεταξά) τελείωνε την άλλη μέρα . Εγώ εκτός που βοηθούσα τον πατέρα μου να σερβίρω τα ούζα και τους μεζέδες ήμουνα και οργανοπαίκτης ,έπαιζα γραμμόφωνο ,έβαζα δίσκους με Τούρκικα τραγούδια ,γιατί δεν είχαμε πολλούς Ελληνικούς δίσκους ,όλοι μιλούσαν την μητρική τους γλώσσα που ήταν Τουρκική αλλά Έλληνες στη συνείδηση και ορθόδοξοι .Φιλοδώρημα δεν δίνανε τότε ,αλλά, ένα καλό για μένα ήταν ότι όταν δίνανε παραγγελία να του παίξω ένα δίσκο που τους άρεσε και το τραγουδούσαν όλοι μαζί η χόρευε κάποιος, πετούσαν μέσα στο χουνί του γραμμοφώνου κέρματα ,έβγαζα αμέσως το χουνί και το άδειαζα και απ’ εκεί μάζευα το χαρτζιλίκι μου ή όταν με έστελναν να τους αγοράσω τσιγάρα η κάτι άλλο από το μπακάλικο τους ζητούσα και μου έδιναν μπαξίσι .

   Τα καλοκαίρια τα Σαββατοκύριακα ο μπαμπάς μου έφερνε ορχήστρα με τραγουδίστρια Σμυρνιά με οργανοπαίχτες που έπαιζαν  το ούτι, το βιολί και το σαντούρι και τραγουδούσαν και τα Τούρκικα .Η αυλή του καφενείου και κάτω από τις ακακίες και τις κληματαριές γέμιζε από παρέες που διασκέδαζαν και χόρευαν τους καρσιλαμάδες τα ζεϊμπέκικα και τα τσιφτετέλια όπως τα χόρευαν στην πατρίδα τους και μερικοί ντυμένοι με τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες με γελέκι με ρολόι της τσέπης, βράκες και μπότες γυαλιστερές και στο κεφάλι φέσι σαν του Κολοκοτρώνη .

  Κάθε χρόνο που γιόρταζε ο Μεταξάς είχαμε αργία και χαιρόμασταν τα παιδιά αλλά και όλη η χώρα. Θυμάμαι ακόμα το τραγούδι που μας είχαν μάθει στο σχολεία και έλεγε

 

                        «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα:»

                        «Γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι: «Γιατί φέγγει έτσι η μέρα:»

 

                        Γιατί σαν αυτή παιδί μου την ημέρα τη χρυσή

                        Που τη χαίρεσαι και συ

                        Στέρεψε το μαύρο δάκρυ κλείσανε πολλές πληγές.

                        Αψηλώσανε τα στάχυα κι όλα γύρο μας τα βράχια

                        Εγινήκαν ανθοβούνια και χρυσές πηγές.

 

                        Ρεφρέν                       

                        Μία μέρα σαν και τούτη την ολόφωτη κι ωραία

                        Ξεδιπλώθηκε και πάλη η γαλάζια μας σημαία

                        Πούχει του ουρανού το χρώμα

                        Και σκεπάζει τ΄ άγιο χώμα

                        Που ελεύθερος πατάς

                        Έτσι σαν την αντικρίζεις

                        Έτσι πάλι τη γνωρίζεις

                        Την γνωρίζεις απ’ την κόψη του σπαθιού τη τρομερή

 

  Το εμβατήριο αυτό ήταν ωραίο και το τραγουδούσαμε κάθε μέρα στο σχολείο και χαιρόμασταν και περισσότερο που μας είχε κτίσει καινούριο σχολείο .Θυμάμαι ότι το εμβατήριο αυτό τραγουδήσαμε αρκετές φορές όταν υπηρετούσα στο Τεχνικό Σώμα Στρατού στην Αθήνα σε μερικές παρελάσεις και ήταν επιλογή του λοχαγού μας Γεωργίου Λιώση

 

   Το σπάσιμο των πιάτων ήταν παράδοση .Όταν έφταναν στα κέφια επειδή τα πιάτα και τα ποτήρια δεν έσπαζαν στο μαλακό το έδαφος τα πετούσαν επάνω στα παράθυρα και έσπαζαν τα τζάμια, έτσι σχεδόν κάθε Δευτέρα είχαμε τον Θεόδωρο Κουρτίδη που ήταν τζαμτζής να περνάει καινούρια τζάμια μόνο για μία εβδομάδα ,Ο άνθρωπος είχε θησαυρίσει από τα σπασίματα αλλά και ο μπαμπάς μου έκανε και αυτός κάτι παραπάνω όταν κάποιος έκανε ζημιές. Τους χρέωνε διπλάσια . Από τα σπασίματα βέβαια είχαμε και ατυχήματα που σε έναν πατριώτη μας το σπάσιμο του κόστισε να μείνει σακάτης στο δεξί του χέρι . Αυτός ήταν ο Γεώργης  Ευθύμογλου ( Ούφης). Θυμάμαι διασκέδαζε μέσα στο καφενείο και αφού είχε μεθύσει και ήρθε στα κέφια σηκώθηκε και έσπάσε τα τζάμια του παράθυρου με την παλάμη και έκοψε τις φλέβες του χεριού στο καρπό αλλά και το νεύρο . Τα δάκτυλα του δεν μπόρεσε να τα χρησιμοποιήσει ξανά σε όλη του τη ζωή .

  Τα γλέντια είναι καλά όταν ξέρουμε πώς να γλεντήσουμε για να ευχαριστηθούμε και να ξέρουμε πότε πρέπει να σταματήσουμε το ποτό πριν αρχίσει να μας ελέγχει . 

 

 

                                                                        Αναμνήσεις του 40

 

  Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη  που δεν έδειχνε ότι θα άλλαζε.Eφαγα το πρωινό μου που ήταν δύο τσάϊα, 20 ελιές με ψωμί σπιτίσιο.  ‘Έβαλα τα αρβυλάκια μου που τα είχε φτιάξει ο αρμένος τσαγκάρης μας ο Οανίκ εφές χαρούμενος πήρα την τσάντα μου με το μελανοδοχείο κρεμασμένο στην άκρη της τσάντας. το αναγνωστικό ένα τετράδιο και την καινούρια διπλή κασετίνα με όλα τα απαραίτητα μέσα και τράβηξα για το σχολείο. Είχα δεν είχα σαράντα μέρες στην πέμπτη τάξη του δημοτικού σχολείου και ο δάσκαλός μας κ. Βίκτωρ Σιβετίδης έκανε μάθημα γεωγραφίας και μας έλεγε ότι η εθνική οικονομία εξαρτάται από την γεωργική παραγωγή, την φύση και από τα υδραυλικά έργα και άλλα .Εγώ πάντως δεν κατάλαβα τίποτα γιατί δεν είχα ξανακούσει υδραυλικά κλπ τέτοιε λέξεις, ούτε και τ’ άλλα τα παιδιά λόγο της προσφυγικής μας καταγωγής .Oλοι περιμέναμε πότε να κτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα να βγούμε έξω και να παίξουμε.

  Πριν όμως κτυπήσει το κουδούνι κτυπούσαν οι σειρήνες στη Θεσσαλονίκη. Και αυτές δεν τις είχαμε ξανακούσει και στην συνέχεια ακούγαμε θόρυβο από πολλά αεροπλάνα και μετά λίγα λεπτά πυρά από αντιαεροπορικά πυροβόλα .Τρέξαμε όλοι στα μεγάλα παράθυρα της τάξης και βλέπαμε έξω τον γαλάζιο ουρανό να στολίζεται από μαύρες και άσπρες τούφες με καπνό. Όλοι βλέπαμε προς την Θεσσαλονίκη που απέχει μόλις επτά χιλιόμετρα. Σε δευτερόλεπτα οι βόμβες άρχισαν να πέφτουν βροχή στην περιοχή του σταθμού. Ο δάσκαλος αμέσως μας σχόλασε και μας είπε να πάμε γρήγορα στα σπίτια μας .Φεύγοντας οι δρόμοι γέμισαν από πανικόβλητους γονείς που άφησαν τους λαχανόκηπους τους και άλλες δουλειές για να μαζέψουν τα παιδιά τους. Όταν έφτασα  στο σπίτι, στο καφενείο μας από την άλλη πλευρά , είδα μερικούς αξιωματικούς του ιππικού με τ’ άλογά τους που τα είχαν δέσει στις ακακίες να κουβεντιάζουν με τον αστυνόμο Δημ. Σκέντζο, τον πρόεδρο Αθ. Χατζημάρκο, τον γραμματέα Δημ. Παπασωτηρίου και τον πατέρα μου . Όταν έφυγαν οι αξιωματικοί είπαν σε όλους ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδος και έχουμε γενική επιστράτευση και καλούνται όλοι από 20 έως 40 χρόνων να παρουσιαστούν για κατάταξη.

  Την ίδια στιγμή είπαν ότι επιστρατεύουν το καφενείο μας για κέντρο επιστράτευσης, το δημοτικό σχολείο για στρατώνα και  το καφενείο του Αθ. Χατζημάρκου για την πολιτική αεράμυνα .

  Την ίδια μέρα χιλιάδες νέοι από το χωριό και τις γύρω περιοχές κατέκλυσαν τον χώρο του καφενείου μας για να ντυθούν στο χακί και να πάρουν τον δρόμο για την πρώτη γραμμή του μετώπου. Πολλοί γονείς και γυναίκες συνόδευαν τους νεοσύλλεκτους για να πάρουν πίσω τα ρούχα τους και άλλα προσωπικά πράγματα αλλά όσοι δεν είχαν  κανέναν  άφηναν τα ρούχα τους στην αυλή του σπιτιού μας ,η μητέρα μου με άλλες γυναίκες έβαζαν τα ρούχα μέσα σε τσουβάλια από πατάτες με το όνομα και διεύθυνση για να τα στείλουν στους δικούς τους αλλά στο τέλος είχαν μαζευτεί περί τα χίλια δέματα και  κανένας δεν ήρθε να τα ζητήσει . Μετά τις γιορτές τα παραδώσανε στις στρατιωτικές αρχές .Στο απέναντι κτίριο του Γ Σαρρή ήταν ένα συνεργείο το οποίο στρατολογούσε τα άλογα και άλλα ζώα. Με μία πυρακτωμένη σιδερένια στάμπα βάζανε γράμματα και αριθμούς στο πισινό μπούτι του ζώου και στα νύχια για να ξέρουν σε ποιόν ανήκε το άλογο το μουλάρι η και το γαϊδουράκι . Το κάψιμο της τρίχας και του δέρματος μύριζε απαίσια. Άλλο συνεργείο πάλι πήγαινε στα σπίτια και διάλεγε τα κάρα που ήταν γερά και σε καλή κατάσταση για να τα επιστρατεύσουν.

  Η επιστράτευση αυτή διήρκεσε περίπου μία εβδομάδα Στο διάστημα αυτό ο πατέρας μου δεν μπορούσε να δουλέψει το καφενείο του , έστησε προσωρινά έξω στην αυλή τον μπάγκο του, επιστράτευσε κι εμένα να σερβίρουμε καφέδες, τσάγια και ψωμί στους στρατιώτες και νεοσύλλεκτους με έξοδα της Κοινότητας .Τα βράδια δε, πήγαινε στην πολιτοφυλακή και στην αεράμυνα . Μας έλεγε ότι αυτή ήταν η τρίτη φορά που έπαιρνε όπλο στα χέρια του ως εθελοντής για την πατρίδα ,μία στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την άλλη στην Μικρασιατική εκστρατεία και τώρα ως πολιτοφύλακας. Στην συνέχεια το καφενείο μετατράπηκε σε αποθήκη πυρομαχικών  εκατοντάδες κιβώτια με σφαίρες και κάλυκες για μυδραλιοβόλα που ήταν μέσα σε γράσα έπρεπε να καθαριστούν και να μπουν σε δεσμίδες , για τον λόγο αυτό επιστρατεύτηκαν όλα τα παιδιά του σχολείου. Έφερναν δικά τους πανιά και για μία εβδομάδα δουλεύανε εντατικά με το να καθαρίζουν και να τα τοποθετούν στις δεσμίδες μέσα στα κιβώτια και μετά για το μέτωπο. Στην συνέχεια το καφενείο μετατράπηκε σε αποθήκη μαλλιού .από τα εργοστάσια του Λαναρά ήρθαν και ξεφόρτωσαν χιλιάδες κουβάρια μαλλί . Αυτά μοιράστηκαν σε όλες τις γυναίκες του χωριού για να  πλέξουν κάλτσες , γάντια, κουκούλες και φανέλες για τους στρατιώτες μας. Η τελειωμένη δουλειά ερχόταν πίσω, τα πακετάρανε και τα στέλνανε στο μέτωπο. Αυτή η δουλειά διήρκησε μέχρι τα Χριστούγεννα και μετά. Στο διάστημα αυτό το μοναδικό ραδιόφωνο με εξωτερικό μεγάφωνο που είχαμε στο χωριό και λειτουργούσε με δωδεκάβολτη μπαταρία  αυτοκινήτου ήταν της Κοινότητας που ενθάρρυνε με τα πατριωτικά τραγούδια της Σοφίας Βέμπο όλο το λαό και τους στρατιώτες μας στο μέτωπο.

 

                                                    Ο φόβος του πολέμου

 

  Η κατάσταση τις πρώτες μέρες ήταν χαώδης, Ο προσφυγικός κόσμος του χωριού ήταν τρομοκρατημένος  μήπως επαναληφθούν πάλι οι σφαγές όπως στην Σμύρνη .Το χωριό και ιδιαίτερα το καφενείο μας είχε πανοραμική θέα και βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα από την σιδηροδρομικές γραμμές και την Εθνική οδό  που συνδέουν την Θεσσαλονίκη με την Αθήνα, Ευρώπη και Τουρκία .Τα τραίνα δεν σταματούσαν να μεταφέρουν κόσμο και εφόδια η δε εθνική οδός ήταν μποτιλιαρισμένημε με λιγοστά μόνο αυτοκίνητα και φάλαγγες απο αλογόκαρα χωρικών και του στρατού που έσερναν κάτι μικρά κανόνια και άλλα  φορτωμένα με εφόδια και ατελείωτες ουρές από στρατιώτες να πηγαίνουν στον πόλεμο με τα πόδια. .Με αυτά τα πρωτόγονα μέσα αλλά με ατσαλένια θέληση τα παιδιά αυτά και όλος ο Ελληνικός λαός έγραψαν λαμπρή ιστορία στο μέτωπο της Αλβανίας για να ζούμε σήμερα ελεύθεροι εμείς. Δυστυχώς λίγοι είναι απ’ αυτούς που ζουν  σήμερα και είναι μαζί μας.

   

                                                   28η Οκτωβρίου 1940-6 Απριλίου 1941          

                                                            (Αναμνήσεις)

 

   Δεν πέρασαν ούτε 6 μήνες από την 28η Οκτωβρίου 1940 που σύσσωμος ο Ελληνικός λαός αντιμετώπισε τις υπέροπλες Ιταλικές μεραρχίες στα βουνά της Αλβανίας. Ένα έθνος που ήταν ανέτοιμο για πόλεμο, δίχως εκπαιδευμένο στρατό ,αεροπορία και άλλα πολεμικά μέσα να κατορθώσει με την γενναία ψυχή και αποφασιστικότητα να ντροπιάσει διεθνώς την πανίσχυρη τότε φασιστική Ιταλία .

 . Πως είναι δυνατόν να ξεχαστούν οι νίκες του στρατού μας που καταλάμβαναν την μία πόλη μετά την άλλη και τα ενθαρρυντικά τραγούδια της αθάνατης Σοφίας Βέμπο; Όλα αυτά και ενώ πανηγυρίζαμε τις ατέλειωτες επιτυχίες του στρατού μας και όλου του έθνους οι Γερμανοί για να ξεντροπιάσουν τους νικημένους συμμάχους τους κατέβηκαν στην Βουλγαρία συμμάχησαν μ’ αυτούς με σκοπό να καταλάβουν την πατρίδα μας και την Σερβία.

    Η κίνηση αυτή ανησύχησε όχι μόνο εμάς αλλά και τους συμμάχους. Με δίχως καθυστέρηση από τις πρώτες μέρες του Απριλίου 1941 οι Γερμανοί επιτέθηκαν κατά της χώρας μας απο τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα της Κούλας για να καταλάβουν το Μπέλες και τα οχυρά του Μεταξά αλλά δεν τα κατάφεραν και αφού είχαν τρομερές απώλειες και αποτυχία άλλαξαν σχέδια, κατάλαβαν την Σερβία σχεδόν δίχως αντίσταση και από εκεί ετοιμάστηκαν μέσο των αφύλακτων συνόρων της Ειδομένης να εξαπολύσουν επίθεση κατά της Ελλάδος  και να καταλάβουν  την  Θεσσαλονίκη .

    Θυμάμαι. Η είδηση αυτή τρομοκράτησε όλους και ιδιαίτερα τον προσφυγικό πληθυσμό της Νέας Μαγνησίας –Διαβατά ,τους γονείς μου που οι μνήμες της σφαγής στην Σμύρνη και στα χωριά τους ήταν ακόμα νωπή .Χιλιάδες ιστορίες είχα ακούσει στο καφενείο μας από κάθε έναν στη γλώσσα που μιλούσαν  ( Τουρκική ) που ακόμα τις θυμάμαι .Ο φόβος αυτός ότι μπορούσαν να επαναληφθούν τα ίδια ανάγκασε τον κόσμο της Θεσσαλονίκης και της περιοχής να εγκαταλείπουν  την πόλη λίγες μέρες πιο μπροστά με προορισμό την Αθήνα .Ακολούθησε η οπισθοχώρηση του στρατού μας .Φάλαγγες από αυτοκίνητα με συμπαγή λάστιχα σέρνανε κανόνια μικρά και μεγάλα. Ακολούθησαν ατελείωτες ουρές από αλογόκαρα φορτωμένα με υλικά πολέμου και τρόφιμα και στρατιώτες να βαδίζουν κουρασμένοι και με το ηθικό τους πεσμένο σε κατάσταση απελπισίας .Όλους αυτούς τους συνόδευαν πολίτες και γυναικόπαιδα που γνώριζαν κάποιους και έφευγαν μαζί τους με όποιο μέσο είχαν για να γλιτώσουν από τους κατακτητές. Τα τραίνα που περνούσαν μόλις δέκα μέτρα από το σπίτι και καφενείο μας  κι αυτά έφευγαν το ένα μετά το άλλο φορτωμένα τόσο πολύ από κόσμο και στρατό που η ατμομηχανή τους μετά βίας μπορούσε να σύρει τα βαγόνια Ένα θέαμα απελπισίας  που δεν μπορώ να το ξεχάσω.

    Παραμονή 6 Απριλίου, οι Γερμανοί πέρασαν τα σύνορά μας από την Σερβία ανενόχλητοι και κατά το βραδάκι στρατοπέδευσαν στα υψώματα της Αγχιάλου κοντά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού και δύο χιλιόμετρα από την Νέα Μαγνησία .

   Έριξαν κάνα δύο κανονιές στο καφενείο του Ι .Καστούρα που ήταν πρώτο και το γκρέμισαν , Ίσως για να δουν αν υπήρχε αντίσταση .Αυτό έκανε πολλούς κατοίκους να αποσυρθούν από τα σπίτια τους και να πάνε στα μικρά σπιτάκια που είχαν στους λαχανόκηπούς τους,  Με όλους έφυγε και η μητέρα μου με την τετράχρονη αδελφή μου. Ο πατέρας μου κι εγώ μείναμε στο μαγαζί. Το βράδυ ανάψαμε την μικρή λάμπα πετρελαίου κλείσαμε τις πόρτες και τα παράθυρα και περιμέναμε να ξημερώσει .Είδα τον πατέρα μου που έβγαλε μέσα από ένα γκαζοτενεκέ που είχε κάρβουνα ένα περίστροφο και σφαίρες. Το καθάρισε και το έβαλε στην τσέπη του και μου είπε να μη φοβηθώ, όλο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε τα πάντα ήταν νέκρα εκτός από τα σκυλιά που γάβγιζαν σαν να είχαν καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά .

     Όταν άρχισε να φέγγει ανοίξαμε λίγο το παντζούρι και βλέπαμε προς το Γαλλικό. Ξαφνικά κάτι φάνηκε να έρχεται Ήταν μία τρίκυκλη μοτοσικλέτα που πήγαινε σιγά και στο καλάθι της δίπλα ήταν ένας στρατιώτης με ένα πολυβόλο και πίσω από τον οδηγό καθόταν ένας με ένα ασύρματο .Κατευθύνθηκαν προς την Θεσσαλονίκη που απέχει 9 χιλιόμετρα δίχως να ενοχληθούν και να ενοχλήσουν κανέναν.

    Δεν ξέρω πόσο κοντά στη πόλη πήγανε. Γύρισαν μετά από 20 λεπτά περίπου στην βάση τους και μετά ξεχύθηκαν τα τανκς με τα κανόνια στραμμένα προς το χωριό ακολούθησαν και τα άρματα μάχης και κατευθύνθηκαν προς την Θεσσαλονίκη .Όταν είδαμε ότι δεν πυροβολούν βγήκαμε απέναντι προς την Εθνική οδό και από φόβο τους χαιρετούσαμε για να μη μας πειράξουν. Μας χαιρετούσαν κι αυτοί και δεν πείραξαν κανέναν μερικοί τους έδωσαν και ανθισμένα κλαδιά ακακίας, Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα και οι κάτοικοι γύρισαν στα σπίτια τους αλλά με συγκρατημένα αισθήματα και φόβο.

     Χιλιάδες τανκς άρματα μάχης και οχήματα πέρασαν σε μία μέρα, την άλλη μέρα ξεχύθηκε το πεζικό και το ιππικό ,Στο χωριό μας εισέβαλε μία μεραρχία από τανκς και άλλα άρματα και στρατοπέδευσαν μέσα στις αυλές των σπιτιών που δεν είχαν τότε φράκτες και όλα κάτω από τα δένδρα για καμουφλάζ. Έστησαν και τις σκηνές τους και συμπεριφερόντουσαν με πειθαρχία και σεβασμό σε όλους, ιδίως στις γυναίκες .Ό, τι αγόραζαν ιδίως τα αυγά τα πλήρωναν με το παραπάνω . Ο Πατέρας μου ξανά-έκρυψε το περίστροφό του άνοιξε το καφενείο του και έκανε καλές δουλειές με το στρατό .Πίνανε πολύ ούζο (σναπς) και κρασί και όταν τελείωναν όλα πίνανε και το ξύδι .Οι δε κηπουροί κάνανε χρυσές δουλειές με τα λαχανικά τους. Οι Γερμανοί αγόραζαν όλα τα λαχανικά όσο όσο και μάλιστα με τα χώματα και άπλυτα. Το μόνο που τα μικρά αποχωρητήρια των σπιτιών μας που είχαμε στις αυλές μας γέμισαν σωρούς από σκατά. Το ίδιο και τα χωράφια (κάπου έπρεπε να τα κάνουν οι άνθρωποι)

    Έτσι λοιπόν είδα ζωντανά την εισβολή των Γερμανών στην Θεσσαλονίκη στις 6 Απριλίου του 1941.

Το τι επακολούθησε στα τέσσαρα χρόνια της κατοχής είναι μία άλλη ιστορία . 

 

 

                                                                       ΣΥΜΜΑΧΟΙ   ΥΠΟ    ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ                                                      

 

   Μάιος του 1941 και πρώτες μέρες της κατοχής ακόμα. Οι Γερμανοί συνέχιζαν τις καταλήψεις σε όλα τα μέρη της Ελλάδας Τα διαλυμένα τμήματα του στρατού μας με τους λιγοστούς Άγγλους συμμάχους έδίναν τις τελευταίε μάχες στα βουνά και στις πόλεις με ότι αντίσταση μπορούσαν .Πολλά νέα παιδιά από το χωριό μας και από όλη την περιοχή οπισθοχωρώντας έδιναν τις τελευταίες μάχες καταλήγοντας στη Κρήτη για να δώσουν εκεί την ιστορική μάχη της Κρήτης που έμεινε στην ιστορία για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των Κρητικών και των συμμάχων Άγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών .

   Θυμάμαι ένα βράδυ ήρθε στο καφενείο μας ένας και μίλησε στον πατέρα μου ιδιαίτερα μέσα στην κουζίνα, παρούσα και η μαμά μου και έφυγε. Την άλλη μέρα μόλις βράδιασε ήρθε ο ίδιος με άλλους τρεις, δύο λευκούς και έναν μαύρο που έμοιαζε να ήταν Ινδός.;Eκατσε λίγη ώρα τους άφησε μέσα στη κουζίνα, τους μίλησε αγγλικά και έφυγε βιαστικά. Κατάλαβα ότι ήταν στρατιώτες του Αγγλικού Στράτου που δεν πρόλαβαν να φύγουν. Αμέσως ο μπαμπάς και η μαμά με δασκάλεψαν να μη πω τίποτα σε κανένα άλλο παιδί η φίλο μου. Μας είπε ότι θα έμεναν για λίγες μέρες στο σπίτι μας και μετά θα έφευγαν, αλλά απ’ ότι θυμάμαι η μαμά μου είχε λογομαχήσει με τον μπαμπά  στα τούρκικα και δεν συμφωνούσε να τους κρατήσουμε στο σπίτι μας διότι ήξερε ότι έτσι και το μάθαιναν οι Γερμανοί ότι περιθάλπουμε Άγγλους στρατιώτες η τιμωρία ήταν η  επί τόπου εκτέλεση όλων μας και τέτοιες τοιχοκολλήσεις είχαν παντού. Ο λόγος που τους έφεραν στο σπίτι μας κατάλαβα ότι Ηταν που ο πατέρας μου μιλούσε τα Αγγλικά διότι έκανε 10 χρόνια μετανάστης στην Αμερική υπηρέτησε δε και στον Αμερικανικό στρατό κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πόλέμου και τον θεωρούσαν  έμπιστο πρόσωπο .

   Τις πρώτες μέρες τους κρατήσαμε μέσα και τους περιποιηθήκαμε να πλυθούν, να φάνε και τους βρήκαμε ρούχα όμοια μ’ αυτά που φορούσαν και οι χωριανοί μας με τα οποία ντύθηκαν για να φαίνονται σαν κι αυτούς, λίγο αξύριστοι με τραγιάσκες και κομπολόγια στο χέρι.. Τους δύο τους βγάλαμε για λίγο στο καφενείο να καθίσουν μαζί με τους πελάτες να παίζουν χαρτιά και με ανθρώπους που ήξεραν τι είναι γιατί το πράγμα δεν έμεινε μυστικό .Το πρόβλημα ήταν ο μαύρος, διότι, από την εμφάνισή του μπορούσαν οι Γερμανοί να τον συλλάβουν αμέσως, που  στο καφενείο αλλά και τους δρόμους του χωριού δεν έλειπαν ποτέ, γι’ αυτό όλη την ημέρα  έμενε μέσα στο δωμάτιο και τα βράδια έβγαινε ο φουκαράς να περπατήσει λίγο στην αυλή του σπιτιού.

   Αυτή η αγωνία και ο φόβος κράτησε περίπου μία εβδομάδα. Μια μέρα ήρθε πάλι αυτός που τους έφερε κατά το απόγευμα. Όταν νύχτωσε τους πήρε και έφυγαν για τη Θεσσαλονίκη. Όλοι νιώσαμε ανακούφιση. Μετά από αρκετό καιρό μάθαμε ότι έφυγαν με ένα καΐκι για την Μυτιλήνη και απ’ εκεί τους προώθησαν στην Τουρκία Δυστυχώς δεν κρατήσαμε τα ονόματά και τις διευθύνσεις τους και ο ένας όπως έλεγε ο μπαμπάς ήταν Αυστραλός .

   Μετά από λίγες μέρες, θα ήταν Ιούνιος ή Ιούλιος. Οι Γερμανοί κάθε πρωί οδηγούσαν τους αιχμαλώτους ,Άγγλους Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς μπροστά από το καφενείο μας που ήταν και οι σιδηροδρομικές γραμμές να διορθώσουν τις γραμμές..

   Μία μέρα εκεί που βάδισαν στη σειρά 5-6 αιχμάλωτοι όρμηξαν στην πίσω αυλή του σπιτιού μας που είχαμε οπωροφόρα δένδρα και μάζευαν τα πεσμένα φρούτα από κάτω και τα τρώγανε,  Ο φρουρός τους φώναζε αλλά εξαγριώθηκε πάρα πολύ όταν είδε την μητέρα μου απ’ το μικρό παραθυράκι της κουζίνας να τους δίνει καλά φρούτα και ψωμί.        Εγώ που ήμουν κοντά της δεν ξεχνώ την λαχτάρα που έπαθα από τη συμπεριφορά του.  Ήρθε αμέσως και ο πατέρας μου στον οποίο εξήγησε ότι είναι πολύ αυστηρά να μη δίνουν οι πολίτες πράγματα στους αιχμαλώτους διότι μπορεί αυτά να είναι χειροβομβίδα πιστόλι, μαχαίρι κτλ. Αλλά βρήκαμε άλλο τρόπο να παίρνουν τα φρούτα, Ξέραμε από πού περνούσαν και πού θα δούλευαν .Πηγαίναμε και κοντά εκεί στα χόρτα ρίχναμε καλά φρούτα ,ψωμί, λαχανικά και τσιγάρα  και τα βρίσκανε αυτοί δίχως να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Μετά από δύο μήνες περίπου δεν του ξαναείδαμε, μάθαμε όμως ότι τους στείλανε σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη  Γερμανία .