Η οικογένειά
μου
*****
Οι γονείς μου ήταν: ο Πρόδρομος
Κολοκοτρώνης και η Αγγελική το γένος Δελσίζη ή Ντιλσίζ
(άγλωσσος).Γεννήθηκαν στο χωριό Χαμιντιέ της Μικράς Ασίας. Το
1922. Ήρθαν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν πρώτα
στο Τσαλτζιλάρ (Φιλώτα Φλωρίνης) και μετά στο Αραπλή (Νέα
Μαγνησία Θεσσαλονίκης) και απέκτησαν τέσσερα παιδιά..
1) Τον Βάσο το 1925 ο οποίος απεβίωσε το
1931 από ελωνοσία.
2) Τον Τάσο(εμένα ) το 1929 (ακόμα ζω και τα
γράφω).
3) Την Γεωργία το 1931 η οποία απεβίωσε το
1936 από ελονοσία.
4) Την Βασιλική το 1937 είναι εν τη ζωή και
μένει στην Έδεσσα .
Οι γονείς του πατέρα ήταν : Ο Νίκος
Καραμπέτσογλου (Κολοκοτρώνης) και η Αριάδνη (το γένος Μυλωνά)
οι οποίοι γεννήθηκαν στο Χαμιντιέ της Μικράς Ασίας απέκτησαν
μόνο τον πατέρα μου και η καταγωγή τους σύμφωνα με την
παράδοση ήταν από την Πελοπόννησο που οι πρόγονοί τους έφυγαν
για να γλιτώσουν από τις σφαγές των Τούρκων που υφίσταντο στα
χρόνια της επανάστασης.
Στην παράδοση υπάρχει ότι οι προπαππούδες
μου είχαν κάποια συγγένεια με τους Κολοκοτρωναίους και για να
αποφύγουν την αναγνώριση και σύλληψη αλλάξανε το όνομά τους σε
Καραμπέτσογλου και φύγανε στη Σμύρνη και απ’ εκεί
εγκαταστάθηκαν στο Χαμιντιέ που είναι κοντά στην Μανισά
(αρχαία Μαγνησία) και Μενεμένη κάπου 37 χιλιόμετρα από τη
Το χωριό Χαμιντιές Μικράς Ασίας. Το πίσω μέρος
του σπιτιού του μπαμπά, παππού και της γιαγιάς μου όπως το
άφησαν το 1922 φεύγοντας σαν πρόσφυγες

Το χωριό χαμιντιές της Μικράς
Aσία
όπου γεννήθηκαν οι γονείς μου και οι παππούδες μου. Το σπίτι
δεξιά ήταν του παππού μου Νικολάου και Αριάδνης Κολοκοτρώνη
Οι κάτοικοι ήταν γεωργοί και αμπελουργοί στο
επάγγελμα και το χωρίο που εγκαταστάθηκαν ήταν πολύ εύφορο που
το διέσχισε ο Έρμος ποταμός .Έτρεφαν ζώα, κουκούλια έκαναν
καπνό, βαμβάκι σύκα και άλλα είδη και ζούσαν πολύ αρμονικά με
τους Τούρκους που στο χωριό τους ήταν μειονότητα και δούλευαν
στα κτήματά τους σαν υπάλληλοι. Είχαν δύο ορθόδοξες εκκλησίες,
του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου που οι Τούρκοι
συνεορτάζανε πολλές γιορτές και περισσότερο το Πάσχα (το
μπαϊράμι). Είχαν και ένα Δημοτικό Σχολείο μέχρι τέσσερις
τάξεις . ¨Όσοι ήθελαν μα πάνε για ανώτερες σπουδές πήγαιναν
στη Σμύρνη όπου υπήρχε και πολύς ελληνισμός .
Ο πατέρας μου ήτανε μοναχογιός και έμεινε
ορφανός όταν ήταν 12 χρονών .Όταν έγινε 18 χρονών για να
αποφύγει την επιστράτευση από τους Τούρκους αποφάσισε με
άλλους φίλους της ίδιας ηλικίας να δραπετεύσουν στα κοντινά
νησιά που ήταν στην ελεύθερη Ελλάδα και απ’ εκεί να
μεταναστεύσουν στην Αμερική. Αυτό το κατάφεραν αφού πλήρωσαν
Τούρκο ψαρά να τους αφήσει σε κάποια ερημική παραλία της
Σάμου.
Εκεί βρήκαν το δρόμο, πήγαν στην πόλη
,άλλαξαν τις τουρκικές φορεσιές ,αγόρασαν τα φράγκικά
παλτελόνια και σακάκια και ταξίδευσαν για τον Πειραιά και
υπέβαλαν αίτηση να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ.
Στον Πειραιά γνωρίζοντας ότι το όνομά που
είχε για τόσα χρόνια σαν Καραμπέτσος ήταν ψεύτικο και θετό το
άλλαξε στο σωστό που του είχαν πει οι δικοί του ότι το
πραγματικό του επίθετο ήταν Κολοκοτρώνης .Έτσι το 1910
επανέφερε το όνομα Κολοκοτρώνης και με την παρέα του μετά από
ένα πολυήμερο ταξίδι με ατμόπλοιο βρέθηκε ,όπως και χιλιάδες
άλλοι στο Ellis Island και στη συνέχεια στην Νέα Υόρκη για
να αναζητήσει μία καλύτερη τύχη.
Εκεί δούλεψε σαν εργάτης σε γέφυρες, στις
σιδηροδρομικές γραμμές ,στα εργοστάσια σε εστιατόρια και σε
άλλα δημόσια έργα σε αρκετές πολιτείες .
Το 1915 κατατάχθηκε ως εθελοντής στον
Αμερικανικό στρατό για ένα χρόνο και μετά με τον φίλο του τον
Τσαλικίδη ανοίξανε εστιατόριο στο Σαν Φρανσίσκο και πήγαιναν
καλά ,αλλά. Το 1919 όταν η Ελλάδα ξεκίνησε την Μικρασιατική
εκστρατεία παράτησε τη δουλειά του επέστρεψε πίσω στην πατρίδα
και κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό για να
πολεμήσει τους Τούρκους και να απελευθερώσουν τις πατρογονικές
τους εστίες .
Για τέσσερα χρόνια απολαύσανε τον θρύλο και
τη δόξα με τις νίκες του Ελληνικού στρατού ,αλλά , το 1922 τα
πράγματα αλλάξανε και ήρθε η συμφορά για τον ελληνισμό και η
καταστροφή που είναι ένα άλλο και μεγάλο κεφάλαιο που ανήκει
σε άλλη ιστορία να διαβαστεί..
Ο πατέρας μου ήταν ό μόνος από όλους του
συμπατριώτες τους που επέστρεψε να πολεμήσει για την πατρίδα
του .Οι υπόλοιποι φίλοι του που έμειναν εκεί πλούτισαν
ευημέρησαν και σπούδασαν τα παιδιά τους . Όταν πήγα εκεί το
1967 συνάντησα αρκετούς φίλους του που όλοι ρωτούσαν να μάθουν
για τον πατέρα μου και χωριανούς .Τους είπα ότι πέθανε το 1953
σε ηλικία 60 ετών από καρκίνο των πνευμόνων .Τον πρώτο του
εξάδελφο τον Γιάννη Κολοκοτρώνη δεν τον πρόλαβα ,είχε πεθάνει
ένα χρόνο πριν πάω εκεί αλλά γνώρισα την κόρη του την Ευδοξία
(Gloria)και την γυναίκα του την Μαίρη που τους άφησε μεγάλη
περιουσία σε κτήματα και μετοχές .Ας είναι καλά εκεί που είναι
τώρα .Μετά την κατοχή του ζήτησα να μου στείλει ένα τεχνικό
βιβλίο για τα αυτοκίνητα και αυτός μου έστειλε πέντε
εγκυκλοπαίδειες τεχνικές που αργότερα μου φάνηκαν χρήσιμες στη
δουλειά μου.
Οι γονείς της μητέρας μου
Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου
ήταν ο Γεώργος Δελσίζης ή Ντιλσίζ) που στα τουρκικά σημαίνει
μουγκός, Δεν τον γνώρισα αλλά η γιαγιά μου έλεγε ότι δεν
μιλούσε καθαρά αλλά διανοητικά ήταν τέλειος και έξυπνος.
Παντρεύτηκε την Βασιλική Μπογιατζή, από εύπορη οικογένεια και
απέκτησαν πέντε απιδιά..
1)Την Νικολέτα που παντρεύτηκε τον Γιάννη
Τύρη και απέκτησαν τον Γεώργο και τον Μιχάλη στο Χαμιντιέ.
2)Την Μαρία που παντρεύτηκε τον Μάρκο
Παπουτσόγλου. Δεν απέκτησαν παιδιά αλλά υιοθέτησαν την αδελφή
μου την Βασιλική.
3)Τον Δημητρό που παντρεύτηκε την Βασιλική
Ευθύμογλου και απέκτησαν ,την Στέλλα, Γεώργο και Βαγγελία.
4)Την Αγγελική (την μητέρα μου) που
παντρεύτηκε τον Πρόδρομο Κολοκοτρώνη και απέκτησαν τον Βασίλη
(Βάσο),τον Τάσο (εμένα) την Γεωργία και την Βασιλική.
5)Τον Μανόλη που παντρεύτηκε την Κατίνα και
απέκτησαν τον Γεώργο, τις δίδυμες Βαγγελία και Σοφία και την
Δημητρία .
Εκτός από τα παιδιά της Νικολέτας Γεώργο και
Μιχάλη που γεννήθηκαν στο Χαμιντιέ όλα τα άλλα γεννήθηκαν στην
Νέα Μαγνησία .Η Νικολέτα με τον Γιάννη Τύρη εγκαταστάθηκαν στη
Σίνδο και ασχολήθηκαν με την γεωργία η Μαρία με τον Μάρκο
Παπουτσόγλου στην Έδεσσα και ασχολήθηκαν με την αμπελουργία
και κουκούλια. Και οι άλλοι στη Νέα Μαγνησία και Διαβατά
Από το 1922 μέχρι και μετά τη λήξη του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου 1945 η ζωή τους ήταν πολύ δύσκολη .Η
προσαρμογή σε άλλο κράτος με άλλη γλώσσα και τις διακρίσεις
από τους ντόπιους ήταν αφόρητη ..Στα χρόνια του Μεταξά δεν
τολμούσαν να μιλήσουν τη μητρική τους γλώσσα ,που ήταν η
Τουρκική. Όταν κατέβαιναν στη Θεσσαλονίκη δεν ανέβαιναν στα
τραμ για να μη «λερώσουν» τις κυρίες αριστοκράτισσες .Τους
πρόσφυγες τους απέφευγαν σα να είχαν λέπρα επειδή τα ρούχα
τους δεν ήταν όπως τα δικά τους .
Θυμάμαι στο καφενείο μας αλλά και σε όλα τα
άλλα καφενεία, πριν από τον πόλεμο, αν τύχαινε να έρθει
κανένας αστυνόμος ή χωροφύλακας, που πάντα ήταν ή κρητικός η
πελοποννήσιος, κανένας δεν τολμούσε να μιλήσει την τουρκική
γλώσσα για να κάνει συζήτηση . Έπεφτε νεκρική σιγή και αν
καθόταν λίγο παραπάνω ένας ένας έφευγαν . Ο πατέρας μου που
είχε το θάρρος και μιλούσε καλά τα Ελληνικά τους έλεγε να μη
έρχονται όταν βλέπουν να είναι πελάτες πρόσφυγες γιατί έχανε
την πελατεία ..
Μερικοί αστυνομικοί καταλάβαιναν και
συμμεριζόντουσαν τον φόβο τους και απέφευγαν να καθίσουν κοντά
τους . Αυτός όμως ο φόβος με τα χρόνια εξαφανίστηκε διότι
άλλαξε η δημογραφική σύνθεση του χωριού αλλά και ολόκληρης της
χώρας και τα πράγματα ήταν πιο ομαλά .
Τώρα το ίδιο πρόβλημα το έχουν άλλοι
πρόσφυγες ή μετανάστες που έρχονται να εγκατασταθούν στην
Ελλάδα .όπως ακριβώς είχαμε εμείς όταν ήρθαμε στην Αυστραλία
και το ίδιο πρόβλημα έχουν όλοι όσοι μεταναστεύουν σε άλλη
χώρα ως που να γεράσουν.
Η μητέρα μου
Η μαμά μου η αυστηρή με το άγριό της βλέμμα
όταν ματιά μου έριχνε μου πάγωνε το αίμα.
Δουλειές να κάνω μ’ έβαζε στο σπίτι στο χωράφι
μα κατά βάθος η φτωχιά είχε καρδιά χρυσάφι
Ήθελε νάμαι τίμιος ψέματα να μη λεω
κάτι που δεν μου άνηκε ποτέ να μη το παίρνω.
Να σέβομαι τους φίλους μου κι όλους να αγαπάω
τις Κυριακές και τις γιορτές στην εκκλησιά να
πάω.
Τα πράγματά μου ήθελε στην θέση να τα βάζω
και του σχολειού το μάθημα να γράφω να
διαβάζω.
Νόμιζα που με ζόριζε πούχε τέτοια μανία
και τη ζωή μου έκανε μια σκέτη τυραννία.
Καθόλου δεν μου άρεσε να παίρνω διαταγές
τις θεωρούσα άδικες, κι αυτές τις συμβουλές.
Όταν κάτι δεν έκανα που ήθελε αυτή
θύμωνε και με μάλωνε μούστριβε και τ’ αυτί.
«Για δες ρε συ που πέτυχα στραβόξυλη μητέρα» .
έλεγα από μέσα μου!.. ο δόλιος κάθε μέρα.
Κάποτε ήρθε ο καιρός να φύγω μακριά της
από τα μάτια έτρεχαν νερό τα δάκρυα της.
Μέσα στη ζούγκλα της ζωής βρέθηκα τότε μόνος
βαριά ήταν η ξενιτιά βαρύς ήταν κι ο πόνος.
Εργάστηκα πολύ σκληρά σαν τίμιος πολίτης
τα λόγια της θυμόμουνα δεν έγινα αλήτης.
Τι ευτυχία, σκέφθηκα, πούχα τέτοια μητέρα
που μούδωσε εφόδια και είδα άσπρη μέρα.
Ευχαριστώ μανούλα μου που ήσουν αυστηρή
τις συμβουλές σου τις κρατώ όπως την διαταγή
Τάσος Κολοκοτρώνης