|
Οι
έμποροι
Η
Νέα
Μαγνησία,
ο
Διαβατάς
και ο
Γαλλικός
δεν είχαν
εμπορικά
καταστήματα
γιατί ή
Θεσσαλονίκη
ήταν πολύ
κοντά που
εξυπηρετούσε
την
περιοχή .Οι
μόνοι
έμποροι
που ήταν
και
αντιπρόσωποι
των
εκκοκκιστηρίων
βάμβακος
ήταν ο
Γεώργος
Σαρρής
και ο
Αναστάσης
Ταξηντάρης
που οι
παραγωγοί
παρέδιδαν
σ’αυτούς
το
βαμβάκι
τους .
Αυτοί με
τη σειρά
τους τα
έκαναν
μπάλες
και τις
μετέφεραν
στα
εργοστάσια
για
επεξεργασία
. Η
αποθήκη
του
Γεώργου
Σαρρή
ήταν κάτω
από το
διώροφο
σπίτι του
όπου
γέμιζαν
τα μεγάλα
σακιά.
Συνήθως
δούλευαν
εκεί ο
Γιάννης
Σουλιώτης
(Μουρμούρης)
και ο
Μυστικής
Γεώργος
Πολλές
φορές
πήγαινα
να
δουλέψω
εκεί μου
άρεσε η
μυρωδιά ,
Με βάζανε
μέσα στο
τσουβάλι
ρίχνανε
το
βαμβάκι
και εγώ το
πατούσα
για να
συμπιεστεί
.Ήταν
ευχάριστο
το
βαμβάκι .
Επίσης
και ο
Αναστάσης
έκανε την
ίδια
δουλειά .Η
αποθήκη
του ήταν
πίσω από
το
καφενείο
του και
ήταν
αρκετά
μεγάλη
αλλά ήταν
από
πλιθιά
και το
πάτωμα
από χώμα
που
λέρωνε το
βαμβάκι
Οι
Αλευρόμυλοι
Τρεις
απόμαχοι
της ζωής
αναπαύονται
μπροστά
στο παλιό
τους
στέκι που
ήταν
κάποτε το
καφενείο
του
Πρόδρομου
Κολοκοτρώνη
.Δεξιά ο
Μπάρμπα
Ραχμάνης
με τους δύο
συμπατριώτες
φίλους.
Φωτ,1987
Τάσος
Κολοκοτρώνης
******
Ο
νερόμυλος
αυτός
ίσως να
λειτούργησε
για εκατό
περίπου
χρόνια
και
μερικές
φορές
υπολειτούργησε
και
τελικά
όταν το
νερό
στέρεψε
το
κατεδάφισαν
αντί να το
διατηρήσουν
για
ιστορικούς
λόγους .
Λίγο
πριν από
τον
πόλεμο το
χωριό μας
είχε
αποκτήσει
έναν
μοντέρνο
αλευρόμυλο
που άλεθε
όλα τα
σιτηρά
σε όλες
τις
ποιότητες
και
καλαμπόκι
ακόμα .
Ήταν
πετρελαιοκίνητος
με 4
πέτρες,
κτίσθηκε
πάνω στην
Εθνική
οδό και
στη
είσοδο
προ το
χωριό και
ανήκε στο Νίκο
Καβαλιέρο
και στην
οικογένειά
του .
Τον
κυρ Νίκο
τον ήξερα
πολύ καλά
. Ήταν
πελάτης
του
καφενείου
μας και
φίλος του
πατέρα
μου .Αυτός
η γυναίκα
του και τα
παιδιά
του ήταν
αγαπητοί
σε όλους
τους
χωριανούς
γιατί
πάντα
βοηθούσε
αυτούς
που
είχανε
ανάγκη
αλλά
φαίνεται
ότι είχε
και
κάποιον
εχθρό που
τον
ζήλευε .Έτσι
κατά την
μικρή
περίοδο
της
εξουσίας
του ΕΑΜ-
ΕΛΑΣ
δολοφονήθηκε
από
κάποιους
άγνωστους
και το
πτώμα του
βρέθηκε
μέσα στο
Γαλλικό
ποταμό
στην άμμο.
Το
θλιβερό
γεγονός
συντάραξε
όλους του
κατοίκους
για τον
άδικο
χαμό του .
Οι ένοχοι
δεν
βρέθηκαν
και δεν
έγιναν
συλλήψεις
και το
πράγμα
έμεινε
ανεξιχνίαστο
.Η
επιχείρηση
συνεχίστηκε
από την
σύζυγό
του αλλά
όχι με
τόση
επιτυχία .
Ο
Καβαλιέρος
με την
οικογένειά
του
νοίκιαζαν
το σπίτι
του
Χρήστου Προδρόμου
που το
είχε
κτίσει
καινούριο
κι εκεί
έμειναν
για
αρκετά
χρόνια
Ένα
άλλος
μύλος
μικρός
με μία
πέτρα
μόνο που
λειτούργησε
στο χωριό
μετά τον
πόλεμο
ήτανε του
Παναγιωτάκη
Καγιαλή
και ήταν
σε ένα
μέρος της
αχυρώνας
που το
μετέτρεψε
σε μύλο .
Για το
άλεσμα
και
χειριστής
ήταν ο
Μπάρμπα
Γεώργος
με τα
χοντρά
γυαλιά
και την
πίπα,
πρώην
μηχανικός
και
μυλωνάς
του Νίκου
Καβαλιέρου
. Αυτός ο
μύλος
είχε πολύ
δουλειά
και δεν
προλάβαινε
. Ο ίδιος ο
Παναγιωτάκης
είχε και
άλλη
ασχολία
με τη
συλλογή
του
γάλακτος
και τον
μπαξέ του
και ήταν
πάντοτε
απασχολημένος
αλλά όλα
τα
προλάβαινε
.
Οι
Αμπελουργοί
Παρ’ όλο
που
αρκετοί
πρόσφυγες
του
χωριού
ήταν στις
πατρίδες
τους
αμπελουργοί
σχεδόν
κανένας
δεν
ασχολήθηκε
μ’ αυτό το
επάγγελμα
στη Νέα
Μαγνησία .Μόνο
δύο
συμπατριώτες
μας είχαν
αμπέλι
στο χωριό
κι’ αυτοί
ήταν:
Κώστας
Παπαδόπουλος
από τα
μέρη της
Προύσας
Θοδωρής
Κουρτίδης
από το
Χαμιντιέ
και
Μιχάλης
Κούρτογλου
από το
Χαμιντιέ
Ο Κώστας
Παπαδόπουλος
καλλιεργούσε
σχεδόν
όλο του
τον κλήρο
με αμπέλι
για κρασί
και λίγα
επιτραπέζια
τα οποία
πουλούσε
στην
αγορά της
Θεσσαλονίκης.
Το
αμπέλι
του ήταν
κατά
μήκος
του
ποταμού
που
ερχόταν
από τον
νερόμυλο
και ήτα
απέναντι
από το
κτήμα του
Δαδή. Ήταν
έφορο
μέρος και
έκανε
καλά
σταφύλια
Ο
Θοδωρής
Κουρτίδης
είχε το
αμπέλι
του κοντά
στην
εκκλησία
του Αγίου
Αθανασίου
και κοντά
στο
ανάχωμα
που το
έδαφος
εκεί ήταν
παραγωγικό
και
κατάλληλο
για
αμπέλι .
Καλλιεργούσε
επιτραπέζια
σταφύλια
και καλής
ποιότητας..
Όλη
του την
παραγωγή
την
πουλούσε
ο ίδιος
γυρίζοντας
τα σπίτια
και τα
μαγαζιά
του
χωριού με
το
γαϊδουράκι
του,
πολλές
φορές
πήγαινε
και στη
Σίνδο
Φορούσε
πάντα
ρεμπούμπλικο
αλλά
έβαζε και
ένα
αμπανί
επάνω για
να μη τον
καιει ο
ήλιος .Ήταν
ψηλός
αδύνατος
και γερός
άνθρωπος .
Τα
χαρτονομίσματα
τα έβαζε
με
προσοχή
το ένα
πάνω στο
άλλο και
όταν
ερχόταν
να πιει
καφέ και
πλήρωνε
ήταν όλα
κολλαρισμένα
σα να
ήταν
σιδερωμένα
.Εκτός
βέβαια τη
δουλειά
αυτή όπως
έγραψα
και πρώτα
είχε και
το
μπακάλικό
του που
τον
βοηθούσε
και ο γιος
του ο
Βασίλης
που ήταν
και
λογιστής .Ο
άλλος δε
γιος του ο
Γιάννης
ήταν
καθηγητής
φιλόλογος
και επί
κατοχής
το 1943 για
ένα
διάστημα
τον είχα
και
καθηγητή
στο τρίτο
Γυμνάσιο.
Αν δεν
ήταν
αυτός να
με
βοηθήσει
να
εισαχθώ
τότε στο
Γυμνάσίο
δεν θα
έμπαινα
διότι
ήμουν
σκράπας
και δεν
ήξερα
τίποτα ,
πέρασα με
10 .1/4 .
Δεν
είχα πάει
ούτε έξι
μήνες .Πήγαινα
με τα
πόδια από
το χωριό
μέχρι την
οδό
Κασσάνδρου
12 χιλ και
γύριζα
κάποτε με
τα πόδια
πάλι ή με
έπαιρνε
κανένας
χωριανός
που
γύριζε
από τη
λαχαναγορά
. Μια μέρα
όμως
ξημερώματα
όπως
πήγαινα
για το
σχολείο
εκεί
στη
διακλάδωση
του
Κιλκίς
στο (Ντικιλί
Ντας) είδα
τους
Γερμανούς
πού
κάνανε
μια
μεγάλη
εκτέλεση .Έπαθα
τέτοιο
σοκ αλλά
πήγα
τρομαγμένος
στο
σχολείο,
το είπα
εκεί στο
κυρ
Γιάννη
και με
έστειλε
να πάω
αμέσως
στο σπίτι
.Στο
γυρισμό
ξαναπέρασε
από το
ίδιο
μέρος για
να δω
και
βρήκα δύο
γέρους
που
κλαίγανε
για τα
παλικαριά
τους που
εκτελέστηκαν.
Από
τότε δεν
ξαναπήγα
στο
σχολείο
έως ότου
τελείωσε
ο πόλεμος
και πήγα
στην
Αμερικανική
Γεωργική
Σχολή
16 χρόνων
από την
πρώτη
τάξη .
Έφυγα
λίγο από
το θέμα, Ο
τρίτος
αμπελουργός
για μικρό
διάστημα
ήταν ο Γκούρτογλου
Μιχάλης .Αυτός
είχε
ένα
αμπέλι
κοντά στο
Γαλλικό
ποταμό
αλλά δεν
ασχολήθηκε
για πολύ
και τα
παράτησε
να
ασχοληθεί
με το
καφενείο
του
περισσότερο
Ζαχαροπλαστεία
Ο
πρώτος
ζαχαροπλάστη
στο χωριό
μας ήρθε
κατά το 1935
και ήταν ο
Βασίλης
Μπαλάσκας
και το
μαγαζί
του ήταν
στο
κτήριο
του
Αθανασίου
Χατζημάρκου
που ήταν
το
καφενείο
και η
κοινότητα.
Ήταν
καλός
τεχνίτης
και
ιδιαίτερα
στις
τουλούμπες
λουκουμάδες
και
κουρκουμπίνια
.Τα
καλοκαίρια
έκανε και
παγωτό.
Το
μαγαζί
ήταν
μικρό
περίπου 4
Χ4 και
με το ζόρι
χωρούσαν 4
τραπέζια
αλλά
έκανε
καλή
δουλειά
τα
καλοκαίρια
έβαζε
τραπέζια
και έξω
στο δρόμο
προς τις
γραμμές .Ο
Βασίλης
είχε
μεγάλη
οικογένεια
και στη
δουλειά
βοηθούσε
και η
γυναίκα
του . Με το
πόλεμο
όμως
έκλεισε
και άλλο
ζαχαροπλαστείο
μέχρι το 1954
που έφυγα
δεν
ξανάνοιξε
άλλο .
Φαρμακεία
Από
το 1922,αλλά
και πιο
μπροστά
το χωριό
μας δεν
είχε
φαρμακείο
.Ο γιατρός
συνήθως
κρατούσε
τα
απαραίτητα
φάρμακα
και όταν
ήταν
ανάγκη
έδινε
κανένα
κινίνο
κλπ αλλά
αν έπρεπε
να πάρει
φάρμακα
για μια
σοβαρή
πάθηση
έπρεπε να
τα πάρει
από τη
Θεσσαλονίκη
και το
φαρμακείο
που
προτιμούσαν
οι
χωριανοί
μας ήταν
του
Ζωγράφου
που ήταν
στην
Μοναστηρίου
κοντά στο
Βαρδάρη.
Το
πρώτο
φαρμακείο
που
άνοιξε
στο χωριό
μας
υπολογίζω
ότι ήταν
το 1937 και
λειτούργησε
στο παλιό
μπακάλικο
του
Γεώργου
Σαρρή
απέναντι
από το
καφενείο
μας. Ήταν
βολικό
και
μεγάλη
ευκολία
αλλά δεν
έκανε
δουλειά
και με τον
πόλεμο
έκλεισε
και δεν
άνοιξε
άλλο
μέχρι το 1954.
Πάντως
για μένα
φάνηκε
χρήσιμος
ο
φαρμακοποιός.
Μία μέρα
πήγα να
κόψω ένα
κυδώνι με
το μικρό
τσεκούρι
του
χασάπη
πάνω
εκεί που
έκοβε τα
κρέατα .Το
έπιασα το
κυδώνι
κατέβασα
μια το
τσεκούρι ,έκοψα
το κυδώνι
αλλά και
ένα
κομμάτι
του
δείκτη
του
αριστείου
χεριού
μου .
Πάτησα
τις φωνές
και τα
κλάματα ,φέρανε
τον
φαρμακοποιό,
πήρε το
κομμένο
μέρος το
ένωσε ,το
έδεσε και
σε
μερικές
μέρες
έγινε
καλά .
Αλλά
έφαγα το
ξύλο πάλι
(εγώ ήμουν
πολύ
φρόνιμο
παιδί).
Γιατροί
και
νοσοκόμες
Οι
γιατροί
είναι
απαραίτητοι
και τους
έχουμε
όλοι
ανάγκη
αλλά οι
χωριανοί
μας είτε
για
οικονομικούς
λόγους
είτε δεν
του είχαν
εμπιστοσύνη
απέφευγαν
να
επισκεφτούν
η να
καλέσουν
γιατρό
στο σπίτι
. Για το
κρυολόγημα
έριχναν
μερικές
βεντούζες
και ένα
τρίψιμο
με
πετρέλαιο
η σπίρτο
ντιβίνο (έτσι
το λέγανε)
το
οινόπνευμα
. Σε
εσχάτη
ανάγκη
μερικές
γριές
παίρνανε
και
κοφτές
βεντούζες
(αυτές
ήταν
ειδικές)
Ήμουν
μικρός
όταν .είδα
μια μέρα
την
γειτόνισσα
μας την
Γκαρά
Γκιαράνα
αμπλά να
παίρνει
κοφτές
βεντούζες
από τον
Νίκο τον
Παγώνη
που είχε
πούντα .
Έκοβε
πρώτα με
ένα
ξυράφι το
μέρος που
θα έβαζε
τη
βεντούζα
και μετά
πάνω εκεί
έβαζε τη
βεντούζα
και το
γυαλί
γέμιζε με
αίμα .Τέτοιες
βεντούζες
πήρε
καμιά
δεκαριά
και ο
τόπος
γέμισε με
αίμα και
νόμισα
ότι τον
σφάζει
φοβήθηκα
και
πάτησα τα
κλάματα
και με
πέταξαν
έξω .

Εδώ
είναι
ένας
ταλαίπωρος
και πολύ
άρρωστος
άνθρωπος
που του
πιάνουν
τις
θεραπευτικές
βεντούζες
για να
γίνει
καλά. Του
άρεσε
λεει ο
θόρυβος
όταν
τραβούσαν
τις
βεντούζες
και
έκαναν
φλούπ ,φλούπ.
Ντρέπεται
και δεν
βλέπει
και είναι
ο Νίκος
Χατζημάρκος
Ένας
από του
πρώτους
γιατρούς
που ήρθε
στο χωριό
μας ήταν ο
Θρασύβουλος
Απαρτόγλου
. Είχε
σπουδάσει
στο
Παρίσι ,ήταν
ελεύθερος
και ωραίο
παλικάρι
και καλός
γιατρός
αλλά
ακριβός .Το
Ιατρείο
του το
είχε
στο
σπίτι
του
Γιάννου
Τερζόγλου
και
Βασιλείας
(Σπανίδη)
κοντά στο
σταθμό .
Ο
Απαρτόγλου
ήταν ο
μόνος
κάτοικος
τότε που
είχε
ιδιωτικό
αυτοκίνητο
και ήταν
μοντέλο
Τ Φορντ .
Τις
επισκέψεις
τις έκανε
πάντοτε
με το
ιδιωτικό
του και εν
ανάγκη
τον
πήγαινε
και στο
νοσοκομείο
. Πάντοτε
χρέωνε
πολλά και
οι
χωριανοί
του
κόλλησαν
το
παρατσούκλι
και αντί
να τον
λένε
Απαρτόγλου
τον
αποκαλούσαν
Αρπακτόγλου
.
Ο
Απαρτόγλου
παντρεύτηκε
μία
δασκάλα
του
Διαβατά
Έκτισε
δικό του
σπίτι και
φαρμακείο
ανάμεσα
από την
Εθνική
οδό και
σιδηροδρομικές
γραμμές ,πήρε
και ένα
μεγάλο
βοσκότοπο
κοντά
στου
Τσαλαγράδα
και στον
νερόμυλο
και ήταν
μια χαρά .
Ένας
άλλος
γιατρός
που ήρθε
για μικρό
χρονικό
διάστημα
ήταν ο κυρ
Διονύσης
από την
Κεφαλονιά
και ήταν
καλός και
ήσυχος.
Και
στις
αρχές επί
κατοχής
και μέχρι
την
απελευθέρωση
ήρθε στο
χωριό μας
ο
Χαμιντιελής
και
πρώτος
εξάδελφος
του
πατέρα
μου ο
Γεώργιος
Αγκυρόπουλος
με την
γυναίκα
του την
Νίκη από
την
Τζουμαγιά
Σερρών
που ήταν
τότε κάτω
από την
Βουλγαρική
διοίκηση .
Αυτός
όπως
προανέφερα
και πιο
μπροστά
έμεινε
όλο αυτό
το
διάστημα
στο σπίτι
μας και
ήταν πολύ
φιλάνθρωπος
.Εάν δεν
είχε
κάποιος
να
πληρώσει
δεν του
ζητούσε
τίποτα .
Μαζί
μ’ αυτόν
ήρθαν στο
χωριό και
τα
πεθερικά
του και οι
κουνιάδοι
του και
έμειναν
για
αρκετό
καιρό στο
σπίτι του
Καπασακάλη
Μετά
την
κατοχή
επέστρεψε
στη
Τζουμαγιά
ξαναπαντρεύτηκε
και
εγκαταστάθηκε
στην Αγία
Παρασκευή
της
Αθήνας .
Νοσοκόμες.
Μία
αξιόλογη
νοσοκόμα
που
είχαμε
στο χωρίο
ήταν
η κυρία Δέσποινα
Κλεαγκώνη
η οποία
είχε
αρκετή
πείρα
διότι
εργάστηκε
σε
διάφορα
νοσοκομεία
έκανε
ενέσεις
αλλά ήταν
και μαμή ,
Επίσης
είχαμε
και την
κυρία Σοφία
Μερτζεμέκη
η
οποία
είχε το
παρατσούκλι
(Ντελή
Σοφή). Κι’
αυτή ήταν
νοσοκόμα
και μαμή .
Για μικρά
περιστατικά
ο κόσμος
καλούσε
πρώτα
αυτές
και μετά
τον
γιατρό
Οι
συγκοινωνίες
Η
συγκοινωνία
πριν από
τον
πόλεμο
μεταξύ
του
χωριού
και της
Θεσσαλονίκης
γινόταν
με το
τρένο, με
αυτοκίνητο.
με
αλογόκαρο
και με τα
πόδια .
Με
το τρένο
είχαμε
ορισμένες
ώρες την
ημέρα
όπου τα
τρένα της
γραμμή
Ειδομένης
και
Αλεξανδρούπολης
σταματούσαν
και
έπαιρναν
επιβάτες
προς την
Θεσσαλονίκη
αλλά και
αντιθέτως.
Ο
σταθμάρχης
του
χωριού
ήταν ο κυρ
Πέτρος .Όταν
δεν ήταν
να
περάσει
κανένα
τρένο για
πολλές
ώρες
ερχόταν
στο
καφενείο
μας και
έπαιζε
τάβλι η
πρέφα και
λίγο πριν
έρθει το
τρένο
άφηνε τα
χαρτιά η
το τάβλι
πήγαινε
στο
σταθμό
έκανε τη
δουλειά
του και
ξανασυνέχιζε.
Το κακό
ήταν ότι
οι
ηλικιωμένοι
δεν
μπορούσαν
να
ανεβούν
στα τρένα
διότι
οι
σκάλες
ήταν πολύ
ψηλά από
το έδαφος
και δεν
υπήρχε
πλατφόρμα.
Στο
σταθμό
κοντά στη
φύλαξη
της
διάβασης
που
έβαζε την
αλυσίδα
να
σταματήσουν
τα κάρα
ήταν ο
Γιάννης
Σπανουδάκη
και στην
οδό
Βέροιας
κοντά στο
Γαλλικό Ο
Παναγιώτης
Ιωσηφίδης
.Εκεί επί
κατοχής
ένα
αυτοκίνητο
φορτηγό
γκαζοζέν
με
αρκετούς
επιβάτες
που
πήγαινε
προς την
Θεσσαλονίκη
χτυπήθηκε
από την
ταχεία
και
σκοτώθηκαν
κάπου
δέκα
άτομα .
Ήμουν από
του
πρώτους
που πήγα
να
βοηθήσω
του
τραυματισμένους
και το
θέαμα
ήταν
τρομερό .
Οι
άλλες
διαβάσεις,
μία
απέναντι
από του
Καβαλιέρου
και στο
Γαλλικό
δεν είχαν
φύλακες (εκεί
φύλαγε ο
Θεός και ο
Άγιος)
Λεωφορεία
δεν
είχαμε
αλλά
υπήρχαν
τα δύο
αδέλφια ο
Μήτσος
και ο
Θωμάς που
είχαν από
ένα μικρό
τετραθέσιο
Ford
και
έκαναν τη
συγκοινωνία
.
Όταν
άρχισε ο
πόλεμος
τα
αυτοκίνητα
επιτάχτηκαν,
τα άλογα
το ίδιο
και τα
τρένα
κουβαλούσαν
στρατό
και
πολεμικά
υλικά και
οι
συγκοινωνία
ελαττώθηκε
στα
αλογόκαρα
που
έμειναν
και στο
βάδισμα .
επί
κατοχής
μεταχειριζόμασταν
τα
αλογόκαρα
και τα
φορτηγά
των
Γερμανών
που
δούλευαν
στα έργα
και
χρέωναν
κάτι .Επίσης
και ένα
τρένο με
μερικά
βαγόνια
που
κουβαλούσε
εργάτες
από τη
Θεσσαλονίκη
και του
μοίραζε
μέχρι το
σταθμό
των
Λαχανοκήπων
και ήταν
τζάμπα, .Το
τρένο
αυτό οι
εργάτες
το
ονομάζανε
ΜΠΑΛΕ και
δεν ξέρω
γιατί ,
και έκανε
πρωί
μεσημέρι
και βράδυ
δρομολόγια
μόνο για
τους
εργάτες,
αλλά
μόλις
σταματούσε
να
κατεβούν
οι
εργάτες
ορμούσαμε
όλοι και
ταξιδεύαμε
για τη
πόλη
παράνομα .
Οι
γερμανοί
μας
κυνηγούσαν
,Κατεβαίναμε
από το ένα
βαγόνι
και
μπαίναμε
στο άλλο ,Μας
είχαν
βαρεθεί .
Μια
μέρα
ήμασταν
καμιά
πενηνταριά
που
περιμέναμε
να έρθει
το τρένο
για να το
καβαλήσουμε
. Μας
άφησαν οι και
μπήκαμε
όλοι
δίχως να
πουν
τίποτα .
Πήγαμε
στους
Λαχανόκηπους,
κατέβηκαν
οι
εργάτες
αλλά το
τρένο
αντί να
πάει προς
την
Θεσσαλονίκη
πήγε προς
το Κιλκίς
.Σταμάτησε
σε ένα
ερημικό
μέρος και
μας
κατέβασαν
όλους και
με την
απειλή
των όπλων
οι
κερατάδες
μας
απομάκρυναν
από το
τρένο .
Έβαλε
μπρος ,έφυγε
στα
γρήγορα
και όλοι
μείναμε
μπουκάλα
με τα
πράγματά
μας στο
χέρι
κάπου 30
χιλιόμετρα
μακριά
από το
χωριό .
Εγώ
είχα και
μία
ντραμτζάνα
για να
αγοράσω
ούζο από
τον
Πετρακάκη
και κάτι
άλλα
πράγματα
για το
καφενείο
μας .
Εκτός που
δεν
αγόρασα
τίποτα
έκανα και
πέντε
ώρες
βάδισμα
να φτάσω
στο σπίτι
.Πηγαίνοντας
προς τα
πάνω
χαιρέτησα
και τον
μπαμπά
μου που
καθόταν
με τους
πελάτες
κάτω από
τις
ακακίες .
Μερικές
γυναίκες
στο
γυρισμό
λέγανε
κάτι
κατάρες..
Αυτή
τη φορά
που
άργησα
δεν
άφαγα
ξύλο
γιατί
έφταιγε ο
Μπαλετζής.
Μετά
την
κατοχή η
συγκοινωνία
άρχισε να
βελτιώνεται
πρώτα με
τα
αλογόκαρα
και μετά
με
αυτοκίνητα
στρατιωτικά
που τα
μετατρέψανε
σε
λεωφορεία
και
πρώτος
ήταν ο
Ιωσήφ
Ηλιάδης
ένα
τριών
τετάρτων
και στη
συνέχεια
ο
Καρόγλου ,ο
Ναζλίδης .Μαυρίδης
κλπ .
Ο
πρώτος
που είχε
αγροτικό
3/4 ήταν ο
Γεώργος
Χατζηθεοφάνους
που το
οδηγούσε
και η
νεαρή
κόρη του
και ήταν
πρώτη
γυναίκα
στο χωριό
σοφερίνα .Μετά
έβγαλε
και
λεωφορείο
και το
χωριό
είχε
τακτική
συγκοινωνία
.
Οι
πλανόδιοι
πωλητές
και
τεχνίτες
Οι
πλανόδιοι
πωλητές
και
τεχνίτες
δεν
λείπουν
από
κανένα
μέρος του
κόσμου .Ιδιαίτερα
στην
Ελλάδα οι
τεχνίτες
κι αυτοί
που
διατηρούν
μαγαζιά
βγαίνουν
έξω στην
επαρχία
για ν’
αποκτήσουν
περισσότερη
πελατεία.
Οι
πλανόδιοι
έμποροι
και
τεχνίτες
που
βλέπαμε
συχνά στο
χωριό
ήταν:
Οι
μπασματζήδες
(υφασματοπώλες)
. Αυτοί
συνήθως
είχαν
μαγαζιά
στη
Θεσσαλονίκη
αλλά
έβγαιναν
και στα
χωριά .
Είχαν
κάρα
σκεπαστά
για να
προστατεύουν
το
εμπόρευμά
τους και
οι
πελάτες
ήταν
σίγουρα
γυναίκες
που
ήξεραν να
ράψουν ή
να τους τα
ράψει η
κυρά Παρή
.
Οι
πραματευτάδες
ή
(ψιλικατζήδες)
Αυτοί
είχαν όλα
τα
μικροπράγματα
για το
ράψιμο .κουμπιά
βελόνες
κλωστές
καρφίτσες
και
εκατοντάδες
άλλα
πράγματα
κυρίως
σε
δίτροχα
κάρα και
σκεπαστά
και ήταν
ως επί το
πλείστον
Εβραίοι.
Οι
Μανάβηδες
. Αυτό
το
επάγγελμα
στο χωριό
μας ήταν
ανύπαρκτο
διότι τα 99%
των
κατοίκων
ήταν
γεωργοκηπουροί
κι αυτοί
που δεν
ήταν
είχαν
κάποιον
δικό τους
συγγενή
που είχε
λαχανικά .
Τα μόνα
είδη που
αγοράζαμε
από
πλανόδιους
μανάβηδες
ήταν τα
πορτοκάλια,
μανταρίνια
λεμόνια,
σταφύλια,
καρπούζια,
και
πεπόνια
που τα
έφερναν
από άλλα
μέρη με
αλογόκαρα.
Οι
παγωτατζήδες.
Τα
καλοκαίρια
μόνο,
ερχόταν
ένας
παγωτατζής
κυρίως
τις
Κυριακές
και
γύριζε
όλο το
χωριό .με
το
τρίκυκλο
ποδήλατο
όπου
μπροστά
του είχε
σε μία
κάσα σαν
μπουζιέρα
το παγωτό
.Το
τρίκυκλο
ήταν
σκεπαστό
με
μουσαμά
σαν
ομπρέλα
για τον
ήλιο .
Πουλούσε
κασάτα
και
χουνάκια .Τα
άτιμα
ήταν τόσο
μικρά που
δεν ήταν
να τα
γλύψεις
αλλά να τα
καταπιείς
.Πολλές
φορές
αγόραζα
ένα
χουνάκι
ήθελαν
άλλοι
τρεις να
γλύψουν
από
λιγάκι
και για
μένα
έμενε
μόνο το
χουνί .
Οι
Ακονιστάδες
Οι
ακονιστές
ήταν
συνήθως
γύφτοι
που στη
πλάτη
τους
κουβαλούσαν
τον τροχό
που ήταν
στερεωμένος
σε μια
τετράποδη
βάση .Κίνηση
στον
τροχό
έδινε με
το πόδι
του μέσο
ενός
τροχού
ποδηλάτου
και
ιμάντας
που
κινούσε
τον τροχό
. Αυτοί
ακονίζανε
μαχαίρια
ψαλίδια .τσεκούρια
και όλα τα
εργαλεία
κοπής .
Οι
Καρεκλάδες.
Οι
καρεκλάδες
ήταν κι
αυτοί
γύφτοι
και
ερχόντουσαν
συνήθως
κάθε
άνοιξη
αλλά τη
περισσότερη
δουλειά
την
παίρνανε
από τα
καφενεία
διότι
εκεί
παλιώνανε
πιο
γρήγορα .Μερικοί
πελάτες (κι
εγώ ακόμα
) όταν
καθόντουσαν
γέρνανε
προς τα
πίσω
για
καλύτερη
στάση
έχοντας
βέβαια σε
κάθε πόδι
και χέρι
και από
άλλη μία
για
στήριγμα (νταγιανμά)και
η
καρέκλες
σπάνανε
πιο
γρήγορα .
Οι
Ωρολογάδες
.
Ο μόνος
ωρολογάς
που
εμφανιζόταν
κάπου
κάπου τις
Κυριακές
ήταν ένας
Αρμένος
από τη
Θεσσαλονίκη
. Αυτό
πριν από
τον
πόλεμο
διότι
μέχρι
τότε
κανένας
δεν είχε
ρολόι του
χεριού κι
αυτοί που
είχαν της
τσέπης
ήταν
μετρημένοι
και
αυτούς
που
θυμάμαι
ήταν : Ο
νονός μου,
Αντώνης
Χουρσόγλου
,Κώστας
Παπαδόπουλος,
.Παναγιώτης
Ιωσηφίδης,
Πανιωτάκης
Καγιαλής .Αναστάσης
ταξηντάρης
και
μερικοί
άλλοι και
ήταν όλα
της
τσέπης
και
συνηθίζανε
να τα
έχουν στη
τσέπη του
γελεκιού
με
αλυσίδα
σκαλωμένη
στη
κουμπότρυπα
.Τα
φορούσαν
κάθε
Κυριακή,
βλέπανε
την ώρα
κάθε μισή
ώρα και τα
καμαρώνανε.
Μερικά
είχαν και
καπάκι .
Αυτοί που
δεν είχαν
ρολόγια
βλέπανε
τον ήλιο,
τη σκιά
και πότε
περνούσε
η ταχεία
του
Γευγελή
και της
Αλεξανδρούπολης
και το
αεροπλάνο
το
Γερμανικό
που
πετούσε
στις
τρεις το
απόγευμα
πάνω από
το χωριό.
Οι
παπλωματάδες
.Αυτοί οι
τεχνίτες
είχαν
μαγαζιά
στη
Θεσσαλονίκη
αλλά κάθε
καλοκαίρι
έβγαιναν
στα χωριά
για να
πάρουν
επιπρόσθετη
δουλειά .Εκτός
από τις
κουβέρτες
και τα
κιλίμια
τα
παπλώματα
ήταν
απαραίτητα
για κάθε
σπίτι .Αυτά
από τη
πολύ
χρήση
πατιόντουσαν
και
χάνανε
την
απαλότητητά
τους.
Πολλές
γυναίκες
ξήλωναν
μόνες
τους τα
παπλώματα
και με τα
χέρια
άνοιγαν
τα
πατημένα
βαμβάκια
αλλά δεν
είχαν και
τόση
επιτυχία .Άλλες
έπαιρναν
τον
παπλωματά
ο οποίος
είχε
ειδικό
εργαλείο
σαν τόξο
με πολύ
τεντωμένο
σύρμα . Το
έβαζε
κοντά στο
βαμβάκι
και
χτυπούσε
το σύρμα
με ένα
ξύλινο
σφυρί . Το
σύρμα
έπαλλε
τόσο
δυνατά
που το
βαμβάκι
το έκανε
σαν
μετάξι
απαλό .
Όταν
τελείωνε
γέμιζε το
πάπλωμα
το έραβε
και ήταν
ωραία και
απαλό .
Πολλές
φορές τα
παίρνανε
τα
παπλώματα
στα
εργαστήριά
τους τα
διορθώνανε
και τα
φέρνανε
πίσω στις
νοικοκυρές
.
Τα
Θέατρα .Το
χωριό μας
δεν είχε
κανένα
θέατρο
διότι η
πόλη ήταν
κοντά κι
αυτοί που
ήθελαν
πήγαιναν
στη
Θεσσαλονίκη
.Γενικά οι
κάτοικοι
δεν ήταν
και
θεατρόφιλοι
διότι δεν
ήξεραν
καλά
ελληνικά
και δεν
καταλάβαιναν
τα
ελληνικά
αστεία .
Παρ όλα
ταύτα
αρκετοί
μικροί
θίασοι
επισκέφτηκαν
το χωριό
μας με
ερασιτέχνες
και
επαγγελματίες
ηθοποιούς
. Θυμάμαι
στο
καφενείο
μας ήρθαν
πριν από
τον
πόλεμο
τρεις ή
τέσσαρες
φορές .
έστηναν
μια μικρή
σκηνή και
μπορούσαν
να
παρακολουθήσουν
το έργο
καμιά
εκατοσταριά
άτομα και
με
μερικούς
όρθιους. 150.
Αρκετές
δε φορές
ήρθαν και
θέατρα
που
στήνανε
μια
μεγάλη τέντα
στη
μεγάλη
αυλή της
Δέσποινας
Νταή (
τώρα του
Γεώργου
και
Κατίνας
Σαρρή)
παίζον
κωμωδίες
και
συγκεντρώνανε
αρκετούς
νέους και
ηλικιωμένους
Τα έργα που
παίζανε
ήταν η
Γκόλφω και
καμιά
κωμωδία
που
έδειχναν
και λίγο
πόδι ,
μπούτι,
και
στήθος
για
μπανιστήρι
. Οι
ηλικιωμένοι
συνήθως
οι γριές
με
αυστηρές
αρχές τις
κοπέλες
αυτές τις
λέγανε (γκαχπέδες)
πόρνες..
Ο
Καραγκιόζης
Το
θέατρο
σκιών «Ο
Καραγκιόζης»
είχε
μεγάλη
επιτυχία
στο χωριό
και από
μικρά
παιδιά
μέχρι και
οι
μεγάλοι
έτρεχαν
να δουν
τον
πεινασμένο
Καραγκιόζη
και τον
Χατζατζάρη
να τρωνε
ξύλο απ
τον
Μπάρμπα
Γεώργο
και απ τον
Βελενγκέκα
. Στο
τέλος τα
βόλευε
εύρισκε
δουλειά
μέσο του
σερ
Διονύση
στο
παλάτι
του
Βεζίρη
για να
ταΐσει τα
κολλητήρια
του και
την Φατμέ
.
Ο
Καραγκιόζης
ήταν ο
ήρωας
όλων των
παιδιών
που
σκορπούσε
το γέλιο
και τη
χαρά και
ήταν η
μόνη μας
ψυχαγωγία
στο χωριό
.
Πριν
από το
πόλεμο
τον
Καραγκιόζη
τον
παίζανε
στο
καφενείο
μας αλλά
μετά τον
πόλεμο ο
Καραγκιόζης
απέκτησε
μόνιμη
στέγη
στην αυλή
του Κωστή
Εμμανουηλίδη
που είχε
κατάλληλα
κατασκευαστεί
για το
παίξιμο
του
θεάτρου
σκιών και
ήταν
υπαίθριο
και
λειτουργούσε
όλους
τους
καλοκαιρινούς
μήνες με
μεγάλη
επιτυχία
τα
Σαββατοκύριακα
μόνο. Τις
άλλες
μέρες
ήταν και
καφενείο
που είχε
πελατεία
για καφέ
και ούζο
και άλλα
ποτά .
Το
θέατρο
αυτό
λειτούργησε
μέχρι
σχεδόν το
1950 και
προσέφερε
άφθονο
γέλιο σε
μικρούς
και
μεγάλους.
Πολλοί
της
ηλικίας
μου εκεί
στο χωριό
θα τα
θυμούνται
αυτά .
Η
κοινωνική
ζωή
Η
κοινωνική
ζωή των
ανθρώπων
του
χωριού
διέφερε
από άτομο
σε άτομο .Θα
πω ότι
ήταν
περιορισμένη
λόγω των
συνθηκών
και της
κατάστασης
που
επικρατούσε
τότε μετά
την
προσφυγιά
. Παρ όλα
ταύτα
αρκετοί
ήταν
αυτοί που
είχαν την
ευκαιρία
και την
ευχέρεια
να
διασκεδάζουν
και να
αποκτούν
ορισμένες
μικροπολυτέλειες
αλλά και
πάρα
πολλοί
είχαν
πολλές
στερήσεις
σε πολλά
πράγματα
Η
διασκέδαση
περιοριζόταν
τότε μόνο
στους
άνδρες .Αυτοί
βγαίνανε
στα
καφενεία
και είχαν
το
προνόμιο
να πίνουν
να
χορεύουν
να σπάνε
και να
ξοδεύουν
για τη
ψυχαγωγία
τους
. Για τη
γυναίκα
του
πρόσφυγα
ήταν
αδιανόητο
να πάει
στο
καφενέ με
τον άντρα
της και τα
παιδιά
της να
πιει καφέ
η να πάρει
ένα
γλυκό και
ήταν πολύ
σπάνιο
φαινόμενο.
Αυτό το
ξέρω πολύ
καλά
διότι
μεγάλωσα
μέσα στο
καφενείο ,έμαθα
τη γλώσσα
τους τις
συνήθειές
τους και
είμαι
σίγουρος
ότι δεν
υπάρχει
πρόσφυγας
που να μη
του έχω
κάνει
καφέ η δεν
του
σέρβιρα
ούζο
γλυκό και
νερό
ακόμα . Κι
ένα άλλο
όλοι
προτιμούσαν
εμένα να
τους
σερβίρω
παρά τον
πατέρα
μου γιατί
ήμουν
πολύ
γενναιόδωρος
,έβαζα
περισσότερο
ούζο στα
ποτήρια
τους
περισσότερο
μεζέ και
γλυκό στα
πιάτα
τους , γι
αυτό ο
πατέρας
μου δεν
έγινε
πλούσιος.
Η
πρώτη
όμως
γενεά που
μεγάλωνε
με άλλες
συνήθειες
και αξίες
ήταν
διαφορετική
και αυτό
άρχισε να
φαίνεται
μετά από
την
δεκαετία
του 50 που
οι νέοι μεγάλωναν
με πολύ
διαφορετικό
τρόπο .Οι
νέοι
βγαίνανε
έξω στα
κέντρα
διασκεδάσεων
με τις
αδελφές
τους τις
αρραβωνιαστηκές
τους ,πηγαίνανε
στους
κινηματογράφους
και
εκδρομές
τα
καλοκαίρια
στο Μπαξέ
Τσιφλίκι
ή στη
Μηχανιώνα
κλπ
Οι
κηπουροί
ή
μπαξεβάνηδες
Με
μεγάλη
υπερηφάνεια
μπορώ να
πω ότι το
χωριό μας
κυρίως
και η
περιοχή
του είχε
τους
καλύτερου
λαχανόκηπους
όχι μόνο
στην
περιοχή
της
Θεσσαλονίκης
αλλά και
όλης της
Ελλάδας .Όπως
προείπα η
περιοχή
λόγω της
τοποθεσίας
του κοντά
στον
Γαλλικό (
Εχέδωρο)
ποταμό
είχε
αυτό το
φυσικό
δώρο της
εύφορης
γης .
Οι
πρώτοι καλοί
κηπουροί
που
εγκαταστάθηκαν
εκεί μετά
το 1912
προέρχοντο
από το
Μελισσοχώρι
ή (Μπάλτζα)
. Η τέχνη
και το
ταλέντο
τους στην
κηπουρική
ήταν
άφταστο.
Λίγα
χρόνια
αργότερα
μετά την
Μικρασιατική
καταστροφή
ήρθαν και
πρόσφυγες
από τα
μέρη της
Προύσας
και την
άλλη
χρονιά οι
Πρόσφυγες
από το
Χαμιντιέ
τη Θράκη
και άλλα
μέρη .
Η
πείρα
όλων μαζί
δημιούργησε
και τον
ανταγωνισμό
ποιος θα
είναι ο
καλύτερος
και εδώ
μπορώ
δίχως να
αδικήσω
και τους
άλλους να
αναφέρω
μερικούς
καλούς
κηπουρούς
που
πήγαινα
συχνά στα
κτήματά
τους να
αγοράσω
ζαρζαβατικά
για το
καφενείο
και πάντα
ο πατέρας
μου με
έστελνε
κάθε φορά
και σε
διαφορετικό
μπαξέ για
να έχει με
όλους
φιλία και
όλους
τους
ήξερα
πολύ καλά
και με
ξέρανε
Στους
μπαξέδες
που
πήγαινα
συχνά και
ήταν
κοντά ήταν
: Του
Πέτρου (Πετρή)
Εμπέογλου
και δίπλα
στου
Μανόλη
και
Μαρίνου
Μπήγκαλη.
Μετά τις
σιδ.
γραμμές
ήταν του
Γεώργου
Ραχμάνη
και δίπλα
του
Μπάρμπα
Γεώργο
Δραγάνη με
τον γιο
του τον
Αντώνη .
Επίσης
ψώνιζα
από τον
Δαδή τον
Θανάση την
Εμορφία
Τσορμπατζόγλου
και από
τους
Θρακιώτες
Γιάννη
και
Πασχάλη
και τον
γείτονά
τους τον
Τσαλαγράδα
και από
αρκετού
άλλους
Τώρα
όσο για
τους
Χαμιντιελίδες
δεν μπορώ
να πω ότι
ήταν πολύ
καλοί
κηπουροί
όπως οι
Μπαλζανοί
διότι
στην
πατρίδα
τους
καλλιεργούσαν
καπνά
σταφύλια
σιτηρά
σύκα και
τα
λαχανικά
τα
καλλιεργούσαν
μόνο για
τον
εαυτόν
τους .
Όταν
όμως
εγκαταστάθηκαν
στο
Αραπλή
προσαρμόστηκαν
σε
καινούργιες
καλλιέργειες
και την
τέχνη της
κηπουρικής
την
μάθανε
πολύ
γρήγορα
και
γρήγορα
ήταν εξ
ίσου κι
αυτοί
καλοί
κηπουροί .
Θα
αναφέρω
μερικούς
που ήταν
αξιόλογοι
κηπουροί
αλλά και
σε άλλες
καλλιέργειες
΄Ένας απ
αυτούς
ήταν ο
Θανάσης
Χατζημάρκος.
Όπως
ανάφερα
και πιο
μπροστά
που
εκτός από
κηπουρικά
προϊόντα
καλλιεργούσε
φράουλα,
ροδάκινα,
καίσια,
σύκα,
μέχρι και
μούρα .Όσο
για την
πατατοπαραγωγή
ήταν ένας
από τους
καλύτερους
. αργότερα
δε
οπωρώνες
με
αχλάδια,
που
αρκετά
από την
παραγωγή
του
έφταναν
μέχρι την
Αθήνα .
Δίχως
να θέλω να
αδικήσω
κανέναν
Οι
Χαμιντιελίδες
που ήταν
αρκετά
καλοί
ήταν οι
Καγιαλήδες,
Ιωαννίδης
(Κίντζης)
Νταουλτζόγλου
οι
Κεχαγιάδες,
Ματθαίου
Καρακυριάκος,
Μπατζελήδες.ο
Καπετάν .
ο
Χουρσόγλου
και ποιόν
να αφήσω
έξω όλοι
τους ήταν
αξιέπαινοι
καλοί και
εργατικοί
άνθρωποι .
Δεν
μπορώ
όμως να
καταλάβω (πολλές
φορές
λένε
καλύτερα
να βγει το
μάτι σου
παρά το
ονομάσου)
όμως
γιατί
τον
Πανανή
Βεργή του
κόλλησαν
το
παρατσούκλι
και ενώ
ήταν
εργατικός
τον
λέγανε «Χαϊλάζ
Πανανή) ;
Εγώ
θυμάμαι
τα
καλοκαίρια
ερχόταν
κάθε
μεσημέρι
ξιπόλητος
στο
καφενείο
και
καθόταν
κάτω
από τις
ακακίες
ως που να
πέσει η
ζέστη και
ξεκουραζότανε
και μετά
πάλι στο
μπαξέ .Λέγανε
μερικοί
ότι
ακούσανε
να λεει
στη
γυναίκα
του τη
Μαργή
όταν είχε
πολύ
ζέστη «
Μαρή
Μαργή
Τσαμουρλαρά
γιατατζάν
μαρήηηη»
Ίσως να
είχε
δίκιο, και
ποιος δεν
θέλει να
ξαπλώσει
μέσα στη
δροσερή
λάσπη
λίγο να
δροσιστεί:;
Η
κηπουρική
ήταν μια
δουλειά
που
απαιτούσε
πολλές
ώρες
δουλειά
και όλο το
χρόνο
επτά
μέρες την
εβδομάδα
από την
ανατολή
του ηλίου
μέχρι τη
δύση και
πολλές
φορές
μέχρι τα
μεσάνυχτα
και κάτω
από
δύσκολες
συνθήκες ,όπως
κρύο
βροχή,
χιόνια,
αέρας,
σκόνη και
ζέστη.
Πάντα ο
αγρότης
και ο
κηπουρός
ήταν
εκτεθειμένος
στη φύση
που δεν
ήταν
πάντα
φιλική
Παρά
τις
αντίξοες
συνθήκες
που
αντιμετώπιζε
στη
καθημερινή
ζωή του
έκανε
προκοπή
για τον
εαυτόν
του και
για τα
παιδιά
του
ακόμα
και για τα
εγγόνια
του που
αρκετοί
απ’
αυτούς
συνεχίζουν
την
παράδοση
με την
ίδια
δυσκολία .
Στην
επόμενη
σελίδα θα
παραθέσω
μερικές
φωτογραφίες
από του
νεότερους
συνεχιστές
που πήραν
τα ινία
της
κηπουρικής
να
καλλιεργούν
λαχανικά
από τους
πατεράδες,
παππούδες
και
προπαππούδες
και
συνεχίζουν
με
υπερηφάνεια
το έργο
τους .
Ι987. Στη
φωτογραφία
είναι η
σύζυγός
μου
Χριστίνα
με τη
Νούλα και
τον
σύζυγό
της
Γεώργο
Δελσίζη
και πρώτο
εξάδελφο
και με την
αδελφή
μου
Βασούλα
στο κτήμα
τους που
είχαν
ντομάτες
και άλλα
λαχανικά.
Ο Γεώργος
έμεινε
ορφανός
σε ηλικία
7 χρονών
και από τα
παιδικά
του
χρόνια
δούλευε
στο κτήμα
τους και
πέρασε
δύσκολους
καιρούς
με τους
πολέμους σαν
προστάτης
οικογενείας
Ο
γάμος του
με την
Νούλα
άλλαξε
την
πορεία
της ζωής
τους προς
το
καλύτερο.
Απέκτησαν
τον
Μανόλη
και την
Κατερίνα
που τους
έδωσε
χαρά και
ευτυχία
να τα
βλέπουν
να
μεγαλώνουν
και να
μορφώνονται
σύμφωνα
με τις
απαιτήσεις
της ζωής
Και τα δύο
τους
παιδιά
παντρεύτηκαν
και
έκαναν
δικές
τους
οικογένειες
με παιδιά
που και
αυτά
σπούδασαν
και
προοδεύουν
Ιδιαίτερα
ο γιος του
Γεώργου
και της
Νούλας ο
Μανόλης
Δελσίζης
και η
οικογένειά
του τώρα,
όχι μόνο
ακολούθησαν
το
γεωργικό
επάγγελμα
των
γονιών
και
παππούδων
τους αλλά
επιδόθηκαν
στην
ειδική
καλλιέργεια
των
σπαραγγιών
που
συσκευάζουν
και
εξάγουν
σε
διάφορες
ευρωπαϊκές
χώρες με
μεγάλη
επιτυχία.
1994. Το
εργοστάσιο
συσκευασίας
σπαραγγιών
της
οικογενείας
Εμμανουήλ
Γεωργίου
Δελσίζη
μέσα στο
κτήμα
τους στην
Νέα
Μαγνησία
Θεσσαλονίκης.
Τα
συσκευασμένα
σπαράγκια
στέλνονται
στη
Γερμανία
και σε
άλλα
κράτη της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης
1994. Ο
Μανόλης,
εγώ (Τάσος)
και ο
πρώτος
εξάδελφός
μου
Γεώργος
Δελσίζης
απολαμβάνουμε
το
καφεδάκι
κάτω από
την
κληματαριά
και πίσω
τα
σπαράγγια,
Τα
λαχανικά
και η
αγορά
Η
παραγωγή
όλων των
λαχανικών
κατέληγε
στη
λαχαναγορά
της
Θεσσαλονίκης
που ο κάθε
παραγωγός
είχε και
τον δικό
του
μανάβη (
έμπορα).
Από το
χωριό μας
ο
παλαιότερος
ήταν ο Θανάσης
Μακρόγλου
που
ήταν
κουνιάδος
του
Μανόλη
Μαραγκού
και από
τους
τελευταίους
της
δεύτερης
γενιάς
ήταν τα
αδέλφια Σταύρος και
Θεόφιλος
Γιαμούκης
και ο Στέλιος
Αντωνιάδης
(Αμέρκαλης)
όλοι
αυτοί οι
χωριανοί
εξυπηρετούσαν
τους
κηπουρούς
μας
πουλώντας
τα
λαχανικά
τους στα
συνοικιακά
μανάβικα
και
εστιατόρια
κλπ .
Η
πιο
ευχάριστη
στιγμή
για τον
παραγωγό
ήταν η
συγκομιδή
των
λαχανικών
(το
πιάσιμο
των
μαξουλιών)
και η
μεταφορά
τους στη
λαχαναγορά
. Ήταν μια
επίπονη
δουλειά
να
μαζέψουν
διάφορα
είδη
λαχανικών
να τα
συσκευάσου
με
προσοχή
και να τα
φορτώσουν
στη
σούστα
και πολύ
νωρίς να
βρίσκονται
στη αγορά
μέσα από
δρόμους
που ούτε
πεζός δεν
μπορούσες
να
βαδίσεις
από
λάσπη το
χειμώνα
και
χώματα το
καλοκαίρι
.
Όταν
κατάφερναν
να
φτάσουν
στην
αγορά τα
ξεφόρτωναν
και
περίμεναν
να
πουλήσουν
τα
λαχανικά
τους . Ο
κάθε
έμπορας
είχε
λαχανικά
και από
άλλούς
και αυτοί
που είχαν
καλή
ποιότητα
τα
πουλούσαν
αμέσως
έπαιρναν
τα λεφτά
τους και
φεύγανε .
Όταν όμως
δεν
μπορούσαν
να τα
πουλήσουν
τα
παρατούσαν
στον
έμπορα
και
γυρίζανε
γρήγορα
στο κτήμα
για
δουλειά .
Τώρα ο
μανάβης
εν
απουσία
του
παραγωγού
τα
πουλούσε
κάποτε,
αλλά
κανένας
δεν ήξερε
πόσο τα
πούλησε .
Αυτός
κατά
συνείδηση
έδινε
στον
παραγωγό
όσα ήθελε
.
Έτσι
οι
περισσότεροι
παραγωγοί
ήταν
πάντοτε χρεωμένοι
στον
μανάβη
από τα
δανεικά
που
έπαιρναν
έναντι
του
εμπορεύματος
των
λαχανικών
.
Τα σιτηρά
Η
καλλιέργεια
των
σιτηρών
ήταν
περιορισμένη
στο χωριό
μας διότι
δεν
υπήρχε
χώρος .Μερικοί
που είχαν
χωράφια
στο Ανά
Τσαγίρ
που ήταν
μετά σπω
το
Γαλλικό
ποταμό
έβαζαν
αρκετά
στρέμματα
αλλά
μερικοί
έβαζαν
ίσα ίσα να
έχουν
σιτάρι
για το
σπίτι
τους. Τα
καλαμπόκια
συνήθως
τα
καλλιεργούσαν
μέσα στο
μπαξέ
ανάμεσα
στις
βάδες και
στα
καρίκια
για να
τρέφουν
τις
αγελάδες
τους και
καλαμπόκι
για τον
εαυτό
τους η για
τα ζώα ΄
Το
θέρισμα
του
σιταριού
γινόταν
μα
δρεπάνια ,Τα
έκαναν σε
δεμάτια
και τα
δένανε
με τα
ίδια τα
στάχυα σε
(Τοκουτσούμια)
και
μετά τα
συγκεντρώνανε
σε
ανοιχτούς
χώρους
όπου
ερχόταν η
μπατόζα
και τα
αλώνιζε .
Ένας
χώρος
ήταν στα «Γύφτικα»
και ο
άλλος
στον
κοινοτικό
χώρο
απέναντι
από το
σπίτι του
Γιαμούκη
Ηλία και
Γιάννη .
Μια
χρονιά
εκεί τα
στάχυα
πήραν
φωτιά από
το
τρακτέρ
της
μπατόζας
και
κάηκαν
όλα τα
σιτάρια
και η
μπατόζα
μαζί.
Ένας
άλλος
τρόπος
αλωνίσματος
ήτανε με
το δόκανο
που ήταν
ένα πλατύ
χονδρό
σανίδι με
κοφτερές
πέτρες
από κάτω.
Έβαζαν τα
στάχυα
κάτω σε
σκληρό
έδαφος
σε κύκλο
με
διάμετρο
δέκα
μέτρα και
στη μέση
ένα
πάσαλο .
¨Έδεναν
το άλογο
στο
πάσαλο με
δεμένα τα
μάτια και
το άλογο
έσερνε τη
δόκανο
που με τις
κοφτερές
πέτρες έκοβε
τα στάχυα.
Όταν τα
στάχυα
ήταν πια
σαν άχυρο
περίμεναν
πότε θα
φυσήσει .
Τότε
πετούσαν
το άχυρο
ψηλά και ο
αέρας
χώριζε το
σιτάρι
από τα
άχυρα .
Αυτός ο
τρόπος
ήταν πολύ
παλιός
αλλά τον
εφαρμόζανε
μέχρι
πριν τον
πόλεμο .
Το
πλιγούρι
ή μπουλγούρι
Το
πλιγούρι
τα παλιά
χρόνια
αντικαταστούσε
το ρύζι
που ήταν
ακριβό
και ήταν
πολύ καλή
τροφή και
ακόμα
είναι και
πουλιέται
σε όλα τα
σούπερμάκετ
.
Τα
χρόνια
που
εγκαταστάθηκαν
οι
πρόσφυγες
στο
Αραπλή
και πρώτα
οι
Προυσαλίδες
το πρώτο
πράγμα
που
έκαναν
ήταν να
κάνουν
από πέτρα
που την
σκάψανε
σε σχήμα
γουδιού
και εκεί
μέσα με
ένα
μεγάλο
ξύλινο
σφυρί
χτυπούσαν
το ξερό
βρασμένο
σιτάρι
και το
έκαμναν
πλιγούρι (
Μπουλγκούρ).
Αυτή η
πέτρα
ήταν
τοποθετημένη
απέναντι
από τα
καφενεία
η στη
γωνία του
σχολικού
οικοπέδου
μπροστά
στο
περίπτερο
του
ανάπηρου
με το ένα
μάτι .
Αυτή
τη
δουλειά
την έκανε
ειδικός
μπουλγκουρτζής
και για το
κόπο του
έπαιρνε
ένα
ποσοστό η
λεφτά .
Γάμοι
και
βαφτίσεις
μέχρι και
το 1954
Αυτές
οι δύο
τελετές
ήταν οι
σπουδαιότερες
στη ζωή
των
κατοίκων .
Ο γάμος
βέβαια
που
φέρνει
δύο
ανθρώπου
μαζί για
να
συμβιώσουν
για το
υπόλοιπο
χρόνο της
ζωής τους ήταν
πολύ
σπουδαίο
γεγονός
.Η επιλογή
βέβαια
του
γαμπρού ή
της νύφης
δεν ήταν
έτσι
τυχαία η
της
στιγμής
πάντοτε
προηγείτο
κάποια
συμπάθεια,
έρωτας η
και
περισσότερε
φορές και
το
συνοικέσιο
που ήταν
κάτι το
συνηθισμένο
. Όταν
επρόκειτο
για
συνοικέσιο
οι
προξενητάδες
ήταν
άτομα
ηλικιωμένα
και
σεβάσμια
και
συνήθως
ήταν
γυναίκες
που
έδιναν
και
παίρνανε
τα
χαμπέρια
και τα
παζαρλίκια
της
προίκας
και
άλλα .
Όταν
τελικά
έφταναν
σε
συμφωνία
γινόταν η
λογοδοσία
και
ακολουθούσε
ο
αρραβώνας
και μετά
τα
στεφανώματα
. Όλο αυτό
το
διάστημα
η νύφη
ετοίμαζε
την
προίκα
της .και ο
γαμπρός
το σπίτι
που θα
έφερνε τη
νύφη
Προσκλήσεις
γραπτές
δεν
στέλνανε
αλλά μόνο
δια
στόματος .Αλλά
και όσοι
δεν
έπαιρναν
προφορικές
προσκλήσεις,
ήταν
τέτοιο το
έθιμο, που
πήγαιναν
να
παρακολουθήσουν
το γάμο
δίχως να
κάτσουν ,αλλά
και να
καθόταν
κανένας
δεν τους
έλεγε όχι
.Έτσι όταν
ήταν
γάμος
κάπου όλο
το χωριό
ήταν εκεί
.
Όλους
του
γάμους
τότε τους
έκαναν
στα
σπίτια
διότι η
εκκλησία
ήταν τόσο
μακριά ,πήγαινε
ο παπάς
στο γάμο
και όχι ο
γάμος
στον παπά
, Πριν
γίνει
όμως αυτό
από τα
ξημερώματα
οι
γυναίκες
μαγειρεύανε
,ετοιμάζανε
τα
τραπέζια
τις
καρέκλες
που ήταν
όλες
δανεικές
από όλα τα
σπίτια
και τα
καφενεία .Τα
δάνειζε
και ο
πατέρας
μου διότι
όταν
είχε γάμο
όλοι οι
πελάτες
ήταν εκεί
και δεν
τις
χρειαζόταν
.
Πριν
έρθει ο
παπάς
ερχόταν ο
κουρέας ο
Πανανής η
ο
Τρουλιανίδης
να
ξυρίσει
τελευταία
τον
γαμπρό
για να
είναι
φρέσκος .
Όταν
τελείωνε
αυτό
ντυνόταν
ο γαμπρός
και όλη η
συνοδεία
του
γαμπρού
πήγαιναν
να γίνει η
στέψη να πάρουν
τη νύφη και
να την
φέρουν
στο σπίτι
του
γαμπρού .
Η πομπή
αυτή ήταν
το
αποκορύφωμα
του γάμου.
Τα όργανα
με ούτι
βιολί και
σαντούρι
κρεμασμένο
από το
λαιμό
έπαιζαν
τα
παραδοσιακά
τραγούδια
του τόπου
τους και
τους
έφερνε
στα κέφια
.
Πίσω
ακολουθούσαν
τα κάρα
φορτωμένα
με τη
προίκα
της νύφης
και τα
επιδείκνυαν
στο κόσμο
.Σταματούσαν
στα
καφενεία
για να τα
δουν όλοι
.Όταν
έφταναν
στο σπίτι
του
γαμπρού
εκεί
γινόταν
το
τρικούβερτο
γλέντι
μέχρι το
πρωί και
πολλές
φορές
συνεχίζανε
και την
άλλη μέρα
. Χορεύανε
τα
ζεϊμπέκικα
και ένα
άλλο χορό
σαν μπάλο
και τα
χασάπικα .
Από
καλαματιανούς
και τα
τσάμικά
δεν είχαν
ιδέα
και όσο
για μήνα
του
μέλιτος
κι αυτό
ήταν
άγνωστο
Από
τους
γάμους
που
γίνανε
και
μου
έκαναν
εντύπωση
και
θυμάμαι
πολύ καλά
ήταν οι
γάμοι του
Παναγιώτη
Καγιαλή,
Γιάννη
Μπατζελή,
Κώστα
Αγγελίδη ,Μαρίνου
Μπήγκαλη,
Θανάση
Μόραλη ,
Χρήστου
Προδρόμου
. Νίκου
Μαραγκού,
Γεώργου
Σαρρή,
Νίκου
Σαρρή και
του
Γιάννη
Σελβίδη (Ταπ
Ταπ) Είχα
πάει σ΄
όλους
αυτούς
του
γάμους
και σε
πολλούς
άλλους
αλλά
επειδή
ήμουν
μικρός
πήγαινα
σαν
απρόσκλητος
και
έπαιρνα
τη πρώτη
θέση σα να
ήμουν
γιος τους
. Ειδικά
στο γάμο
του
Σελβίογλου
με τον
Αριστείδη
Τσακμάκη,
Παπαδόπουλο
Αντώνη
και τους
Στεφανίδηδες
ήμασταν
σαν
επίσημοι .
Είχαν
κάνει και
κάτι
κεφτέδες
και κάτι
σουτζούκια
που δεν τα
ξέχασα
ακόμα .
Στο
τελευταίο
γάμο που
πήγα πριν
φύγω από
το χωριό
στο
στρατό ήταν
ο γάμος
του
πρώτου
ξάδελφού
μου του
Γεώργου
Εμμ.
Δελσίζη
που
έγινε στο
φτωχικό
τους
σπίτι με
την
αγαπημένη
του Νούλα
.Το ωραίο
αυτό
γεγονός
μένει
φωτογραφημένο
στη
μνήμη μου
με όλους
που ήταν
εκεί και
περάσαμε
ωραία .
Ένα από
τα
μεταφορικά
μέσα που
κουβαλούσαν
οι νύφες
τα
προικιά
τους και
τα
λαχανικά
τους ήταν
η σούστα ή
ο αραμπάς.
Εδώ μία
παρέα από
νεαρά
παιδία
του
Θανάση
Χατζημάρκου
και
εργάτες
είναι
έτοιμοι
να πάνε
στο μπαξέ
για
δουλειά
Οι
βαφτίσεις.
Τις
βαφτίσεις
τις
έκαναν κι
αυτές στο
σπίτι για
ευκολία
αφού η
εκκλησία
ήταν
μακριά.
Εγώ και
μερικοί
φίλοι
πάντως
δεν
λείπαμε
από καμία
.Ο νονός
έδινε
λεφτά
είχαμε
και τα
κουφέτα
αλλά και
κανένα
μεζεδάκι .
Οι
ενδυμασίες
Οι ενδυμασίες
των
Μπαλτζανών
διέφεραν
από αυτές
των
προσφύγων
Φορούσαν
τα
χειροποίητα
και βαριά
μάλλινα
και
αρκετά
σπίτια
είχαν και
το
αργαλειό
που
έκαναν
κιλίμια
και
κουβέρτες
και
υφάσματα.
Οι
γυναίκες
φορούσαν
μακριά
και
χοντρά
φουστάνια
και στο
κεφάλι η
μαντίλα
Οι άντρες
φορούσαν
χοντρά
παντελόνια
αλλά
φαρδιά με
κόκκινη
ζώνη και
γιλέκο με
άσπρο
πουκάμισο
δίχως
γιακά με
τραγιάσκα
.Μέσα στο
μπαξέ
τους
φορούσαν
τσαρούχια
που ήταν
ελαφριά αλλά
έξω είχαν
παπούτσια.
Τα νεαρά
κορίτσια
που
δούλευαν
στο κήπο
πάντα
προστάτευαν
τα χέρια
τους με
γάντια
και το
πρόσωπο
με ειδικό
μεγάλο
καπέλο
και
κάλτσες
πλεκτές
βαμβακερές
μέχρι και
πάνω από
το γόνατο
. Αυτό
βέβαια το
έκαναν
όλα τα
κορίτσια
και την
Κυριακή
όταν
βγαίνανε
βόλτα
στην
άσφαλτο
για λίγο
φλερτ στα
μαγαζιά
του
σταθμού
ήταν όλα
όμορφα με
φρέσκια
επιδερμίδα
κάτασπρα
και
αφράτα
σαν τα
γαλατομπούρεκα
.
Οι
φορεσιές
των
προσφύγων
διέφεραν
λίγο
γιατί
είχαν την
μικρασιατική
μόδα. Όπως
προανέφερα
οι
ηλικιωμένοι
φορούσαν
τα
σαλβάρια
στη μέση
με ζωνάρι
μαύρο η
και
κόκκινο
γιλέκο με
σκούρο
πουκάμισο
δίχως
γιακά και
το σαρίκι
με αμπανί
.Φορούσαν
βαμβακερές
ή
μάλλινες
κάλτσες
που ήταν
δεμένες
κάτω από
το γόνατο
με
κορδόνι
με φούντα
με
παπούτσια
παραγγελίας
.Λίγοι
είχαν και
ρολόι με
αλυσίδα
στη τσέπη
του
γιλέκο. Οι
γυναίκες
φορούσαν
κι αυτές
βράκα
μέχρι τον
αστράγαλο
πλεκτό
επάνω και
το αμπανί
Στα
πρώτα
χρόνια
της
προσφυγιάς
το
ντύσιμο
αυτό των
προσφύγων
ενοχλούσε
πολύ την
αριστοκρατική
κοινωνία
της
Θεσσαλονίκης
με
ρατσιστικές
τάσεις
κατά των
προσφύγων
που
φορούσαν
παλιά και
διαφορετικά
ρούχα και
μιλούσαν
άλλη
γλώσσα (όπως
ενοχλεί
σήμερα
τους
δυτικούς
το
ντύσιμο
των
μουσουλμάνων
) Άκουα
πολλές
φορές
εκεί στο
καφενείο
να λένε
ότι δεν
τους
αφήνανε
να
ανεβούνε
στα τραμ
αυτούς
που
φορούσαν
σαλβάρια
και
βράκες .και
ιδιαίτερα
οι
γυναίκες
της
ανωτέρας
τάξεως
έφυγαν
από κοντά
τους και
διακριτικά
λέγανε να
μη
κάτσουν
κοντά
τους
Όσο για
τη γλώσσα
. Στα
χρόνια
της
δικτατορίας
του Ι.
Μεταξά
είχαμε
στο χωριό
πρόβλημα .
Οι
περισσότεροι
κάτοικοι
μιλούσαν
τη
Τουρκική
γλώσσα με
πολύ λίγα
Ελληνικά
ή καθόλου
.Ο Μεταξάς
οργάνωσε
νυχτερινά
σχολεία
και οι
ηλικιωμένοι
πηγαίνανε
υποχρεωτικά
να μάθουν
την
Ελληνική
γλώσσα
δύο ώρες
κάθε
βράδυ .
Άντε
τώρα να
μάθει
Ελληνικά
ο γέρο
Τάραλης, ο
Κουμίτας
ή ο
Κίντζης
και ο
Σεϊτάν
Γιαννακός
και ο
Καγιαλής
ο
Γιαννακός
ή
Γκιαράνα
αμπλά.. Κι’
εγώ ακόμα
δεν
μιλούσα
καλά
ελληνικά
τότε
Όταν οι
πρόσφυγες
καθόντουσαν
στο
καφενείο
και
ερχόταν
αστυνομικός
έπεφτε
νεκρική
σιγή δεν
μιλούσε
κανένας
και σιγά
σιγά ένας
ένας
έφευγαν .
Ό
πατέρας
μου που
είχε το
θάρρος
έλεγε
στον
ενωμοτάρχη
(Σκέντσο) «
Καπετάνιε
όταν
βλέπεις
να
κάθονται
οι
πελάτες
μου εδώ
στο
καφενείο
θα περνάς
από τον
άλλο
δρόμο».
Και το
έκανε
διότι
ήθελε ο
μπαμπάς
μου να του
κάνει
προξενιά
να πάρει
την
Βαγγελία
του
Χατζηλία
που ήταν
συγγενής
μας .Και
την πήρε
και
έμεινε
στο χωριό
και ποτέ
δεν πήγε
πίσω στο
χωριό του
στη
Πελοπόννησο
Αυτό
βέβαια
ξεπεράστηκε
αφού
πέρασαν
πολλά
χρόνια αλλά
ο
ρατσισμός
υπάρχει
αν όχι
φανερά ,από
μέσα και
σήμερα
Κλεψιές
και φόνοι
Τα
πρώτα
χρόνια
και μέχρι
τη κατοχή
ακόμα και
μετά πολύ
λίγα ήταν
εκείνα τα
σπίτια
που
είχανε
φράκτη
στα
σπίτια
τους κι
αυτά που
είχαν
ήταν ένα
απλό
σύρμα και
μπορούσαμε
να πάμε
κοφτά από
μία αυλή
στην άλλη
μέχρι την
άλλη άκρη
του
χωριού .Όλα
ήταν
εκτεθειμένα
και δεν
παρατηρήθηκε
καμία
κλεψιά .Αλλά
και τι να
έκλεβε
κανείς
αφού
κανένας
δεν είχε
τίποτα
της αξίας
.Τα
περισσότερα
σπίτια
δεν είχαν
και
κλειδαριές.
Αν είχαν
σύρτη από
μέσα πάλι
καλά
συνήθως
είχαν ένα
καρφί
στραβωμένο
που το
γύριζαν
και αυτό
ήταν το
κλείδωμα .
Έτσι δεν
θυμάμαι
κανένα
περιστατικό
κλεψιάς
Όσο
για φόνο.
Ο πρώτος
φόνος που
διαπράχτηκε
στο χωριό
ήταν
περίπου
το 1936 που
για
ασήμαντη
αιτία δύο
νέα
παιδιά, ο
Γεώργος
Μισιρλής
και ο
Γεώργος
Παπουτσόγλου
μαλώσανε
με
αποτέλεσμα
ο πρώτος
πήγε στο
σπίτι
πήρε το
δίκαννο
του και
πυροβόλησε
τον
Παπουτσόγλου
θανάσιμα .΄Ήταν
τότε
νιόπαντρος
με την
Σοφία και
είχαν ένα
μικρό
αγοράκι .Το
γεγονός
αναστάτωσε
όλο το
χωριό.
Ένας
άλλος
φόνος που
συγκλόνισε
την
κοινωνία
του
χωριού
ήταν
ο
θανάσιμος
τραυματισμός
με
τσεκούρι
του θείου
μου
Μανόλη
Δελσίζη
που την
διέπραξε
ο Γιάννης
Καραμανόλης
περίπου
το 1937-38. Και
οι δύο
καταδικάστηκαν
αλλά με
την
κήρυξη
του
πολέμου
τους
δόθηκε
χάρη και
βγήκαν
έξω .
Επί
κατοχής
έγινε μία
στυγνή
δολοφονία
τριών
ατόμων
δίπλα από
το κτήμα
του
Θανάση
Χατζημάρκου.
Εκεί
έμενε
κάποιος
πρόσφυγας
από το
Ικόνιο
της Μ.
Ασίας με
την
γυναίκα
του και
ένα
παλικάρι
18 χρονών
που τον
είχαν
υιοθετήσει
. Σε όλους
ήταν
γνωστός ως
ο
Κόνιαλης .
Κάποιος
ή μάλλον
κάποιοι
με ρόπαλα
τους
κτύπησαν
στα
κεφάλια
τους ενώ
κοιμόντουσαν
. Το πρωί
τους
βρήκε ο
Νίκος
Χατζημάρκος
με μία
εργάτρια
και
ειδοποιήθηκε
η
αστυνομία
αλλά οι
δράστες
δεν
βρέθηκαν
ποτέ .
Επί
ΕΑΜ-ΕΛΑΣ
δολοφονήθηκε
ο μυλωνάς
του
χωριού
μας
Νικόλαος
Καβαλιέρος
και το
πτώμα του
βρέθηκε
πεταμένο
στις
όχθες του
Γαλλικού
ποταμού
και οι
δολοφόνοι
δεν
βρέθηκαν
Την
ίδια
εποχή
στην αυλή
του
δημοτικού
μας
σχολείου
έγινε «Λαϊκό
Δικαστήριο»
επάνω σε
ένα κάρο
και
καταδικάστηκε
σε θάνατο
ο Άρης ?......
που είχε
καταταχθεί
Επί
κατοχής
στα
τάγματα
ασφαλείας
και
πιάστηκε
αιχμάλωτος
από
τμήματα
του ΕΛΑΣ
αφού
έχασε και
τα δύο του
τα μάτια .
Η
εκτέλεση
έγινε
μπροστά
στα μάτια
μου και
χίλιους
άλλους
κατοίκους
από δύο
Ρώσους
στρατιώτες
αντάρτες
στο τοίχο
του
σχολείου .
Την
ίδια
εποχή
δολοφονήθηκε
ο Γιάννης
Καραμανόλης
μπροστά
στο
ημιτελές
κτήριο
του
κοινοτικού
κτηρίου
και ο
δράστης
δεν
βρέθηκε
ποτέ .Επίσης
την ίδια
εποχή ο
θετός
γιος του
Καραμανόλη
Γεώργος
που
υπηρέτησε
στα
τάγματα
ασφαλείας
δολοφονήθηκε
σε
άγνωστο
μέρος από
τους
αντάρτες .
Ένας
πρώην
ταγματασφαλίτης
που
συνελήφθη
στο χωριό
μας από
τους
συγχωριανούς
του τον
εκτέλεσαν
λίγό έξω
από το σιδ.
σταθμό
στα
Ντενισλήδικα
μπροστά
σε παιδιά
και
μεγάλους
που τους
ακολουθούσαν
.Κι αυτή η
εκτέλεση
έγινε
μπροστά
στα μάτια
μου . Αυτή
ήταν η
κατάσταση
που
επικρατούσε
Επί
κατοχής
και μετά
αλλά και
αυτά που
συνέβησαν
πριν δεν
ήταν
τρόπος
να λύσουν
τις
διαφορές
τους
|