|
Το
μικρότερο
καφενείο. Αυτό
ήταν του
Ηρακλή
Τσακίρη ο
οποίος
μεταχειρίστηκε
την
κουζίνα
του
προσφυγικού
σπιτιού
και ένα
υπνοδωμάτιο
για
μπουφέ
για να
εξυπηρετεί
πελάτες
νεαρότερης
ηλικίας
που
αποφεύγανε
να πάνε σε
καφενεία
που
πηγαίνανε
οι γονείς
τους και
αυτό από
σέβαση
για να μη
τους
βλέπουν
να
καπνίζουν
και να
πίνουν οι
πατεράδες
τους .
Τέτοια
άλλα
καφενεία
ήταν του
Ανδρέα
Γιαμούκη .του
Νίκου
Τρουλιανίδη
και του
Νίκου
Παγώνη
και ένα
είχε ο
Ελευθεριάδης
Βασίλης
στα
προυσαλίδικα
.
Επειδή
μεγάλωσα
στο
περιβάλλον
του
καφενείου
και με
τους
πελάτες
είχα
μάθει
όλων τα
χούγια
τις
ιδιοτροπίες
αλλά και
τα
χαρίσματα
που είχαν
ο κάθε
ένας
χωριστά
αλλά στο
σύνολο
ήταν μία
κοινωνία
αγαπημένη.
Έπιναν
μαζί,
γλεντούσαν,
χόρευαν
τραγουδούσαν
.έλεγαν τα
αστεία
τους και ο
κάθε ένα
κοίταζε
την
δουλειά
του και
ήταν
σκληροί
στη
δουλειά
και
δύσκολες
εποχές
για τότε.
Οι
πιο
εντυπωσιακοί
άνθρωποι
στο χωριό
ξεχώριζαν
και το
ήθος τους
το
χιούμορ
και
γενικά
στη
συμπεριφορά
τους .
Ως
που να πάω
σχολείο
να μάθω τα
Ελληνικά,
στο
καφενείο
έμαθα
πρώτα την
Τουρκική
γλώσσα
ακούγοντας
όλη την
ημέρα την
γλώσσα
των
προσφύγων
.Την
Τουρκική
που ήταν
και η
μητρική
τους
γλώσσα .Έτσι
,.άσχετα
αν
συμπαθούμε
η όχι
αυτούς
κατέχω
και μιλάω
μία άλλη
γλώσσα
Οι
πιο
εντυπωσιακοί
πελάτες
και
γεροντότεροι
ήταν
βέβαια
πρώτα ο
ξακουστός
τότε (Κουμίτας)
Ευθύμογλου
Δημήτριος
, για την
σοφία του
,την
ετοιμολογία
και την
ευγλωττία
που είχε
και πάντα
φιλοσοφούσε
.
Θα
αναφέρω
μόνο
μερικούς
διότι
όλοι οι
χωριανοί
σχεδόν αν
όχι κάθε
βράδυ μια
φορά την
εβδομάδα
περνούσαν
από το
καφενείο
να μάθουν
νέα και να
πιουν ένα
ποτό. Βάζω
εδώ
μερικούς
αλλά τους
αναφέρω
και πιο
κάτω σε
άλλες
σελίδες
τον κάθε
έναν
χωριστά
και πού
έμενε με
την
οικογένειά
του.
Ο
Γεώργος
Λεώντογλου
(πατέρας
του
Γιάνκο).Ο
Δουρμούσογλου
Αποστόλης
.Ο Γιάνκος
Ρήγας.ο
Τάραλης, ο
Γιαννακός
Καγιαλής.ο
Γιαννακός
Ζαμπούνογλου
ή (Σεϊτάν
Γιαννακός)
ο
Ντατλιτζής
Απόστολος
,ο
Μπατζελής
Γεώργης..ο
Κόντογλου
Γιάννης..Ο
Μπερμπέρογλου
Γεώργης (Καπετάν),
Αυτοί
φορούσαν
την
παραδοσιακή
του
φορεσιά.
Την βράκα
μαύρες
κάλτσες
και στο
κεφάλι
πάντα
είχαν το
σαρίκι.
Επίσης
και οι
γυναίκες
τους
φορούσαν
τη βράκα
μέχρι
κάτω
στους
αστράγαλους
και το
αμπανί (τσεμπέρι)
Οι
πελάτες
πάλι που
ξεχώριζαν
για το
χαρακτήρα
τους ήταν
:
Ο
Πρόδρομος
Ντουρμούσογλου
ή (ντελή
Πρόντος) ,Αυτός
ήταν
Ζωοτσαμπάζης
και όλη
την ημέρα
ήταν στα
καφενεία
να βρει
ανθρώπους
που
ήθελαν να
πουλήσουν
κανένα
ζώο .Μιλούσε
πολύ
έλεγε δε
και πολλά
ψέματα
που οι
φίλοι του
τον
έπαιρνε
στο «ψιλό».¨όταν
είχε
πλέον
γεράσει
δεν
έβλεπε
καλά και
ερχόταν
στο
καφενείο
με
κάποιον
άλλον ,όπως
και ο
Κουμίτας
Μια
μέρα ήρθε
στο σπίτι
μας ο
Γεώργος
Δελσίζης (
Μπιντίκης)
ο εγγονός
του
Κουμίτα
να
παίξουμε
και κατά
τις δέκα
το πρωί
που ήρθε
στο
καφενείο
για καφέ ο
παππούς
του πήγε
με το
μπαστούνι
του
βρήκε
μια
καρέκλα
και την
έβαλε να
κάτσει.
Πριν
κάτσει
πήγαμε
δίχως να
μας
αντιληφτεί
και
τραβήξαμε
την
καρέκλα .Ο
φουκαράς
ο παππούς
έπεσε
ανάσκελα .Νόμισε
ότι δεν
την έβαλε
καλά στη
θέση του .Τον
σηκώσαμε
τον
βάλαμε να
κάτσει
αλλά
επειδή
γελούσαμε
κατάλαβε
ότι την
βρωμιά
την
κάναμε
εμείς .Σήκωσε
το
μπαστούνι
να μας το
φέρει στο
κεφάλι
αλλά δεν
έβλεπε
καλά .Έτσι
την
γλιτώσαμε
αλλά εγώ
δεν
συγχώρεσα
τον
εαυτόν
μου .
Ο
Κανιάς
δεν ήταν
γέρος δεν
φορούσε
γυαλιά
αλλά
φαίνεται
ότι είχε
καταρράχτη
και δεν
έβλεπε
καλά και
όλοι
ήθελαν να
παίζουν
μαζί του
χαρτιά
που τον
κλέβανε
κέρδιζαν
το
παιχνίδι
και το
κέρασμα
ήταν
τζάμπα .
Ο
Μπάρμπα
Αβραάμ
Τρελόπουλος
ήταν
Κωνσταντινοπολίτης
αλλά είχε
παντρεύτηκε
χαμιντιελιά
ξαδέλφη
της μαμάς
μου έτσι
είχαμε
και λίγη
συγγένεια.
Ήταν
κλητήρας
της
Κοινότητας
όλα τα
χρόνια
της ζωής
του και
γύριζε
όλα τα
καφενεία
να βάζει
ανακοινώσεις
. Ήξερα
καλά τα
Ελληνικά
αλλά και
την
Τουρκική
άπταιστα .
Έπινε
πολλούς
καφέδες
και
μάλιστα
σκέτους
δίχως
ζάχαρη
και ήταν
λίγο
νευρικός
αλλά
εξαιρετικός
άνθρωπος
και πολύ
ευγενικός
.Όταν του
έκαμνα
καφέ και
δεν
ξέπλενα
το μπρίκι
που είχε
λίγη
ζάχαρη το
καταλάβαινε
αμέσως . Ο
πατέρας
μου
πάντοτε
τον
χρέωνε
μισή τιμή
διότι
ήταν ο
καλύτερος
καφεπότης
αλλά και
στα
ουζάκια
δεν
έπεφτε
παρακάτω
Χαρτιά
και ιδίως
πρέφα
έπαιζαν ο
Γεώργος
Κουρτίδης
,Παναγιώτης
Δαουλτζόγλου
,Ιορδάνης
Καραπαύλος
,Ηλίας
Αδαμόπουλος
(ράφτης),Σπανίδης
Γιάννης
Γιάννης
Σπανουδάκης
. Το 66
έπεσαν ο
Γκαρά
Νίκος.ο
Καπετάν ο
Λαζάρ.ο
Μιστίκης
Ταντήρης ο
Κανιάς
και
πολλοί
άλλοι .Αυτοί
είναι
μερικοί
Στο
τάβλι δεν
έφτανε
κανένας
σε αντοχή τον
Ιορδάνη
Καραπαύλο
και τον
Κώστα
Καρόγλου
που είχε
το
περίπτερο
μπροστά
στο
καφενείο .Αυτοί
ήταν οι
πιο
μανιώδεις
παίχτες .Εάν
δεν
ερχόταν η
γυναίκα
του
Ιορδάνη (
η
Γκιουλγιουζάρα)
να τον
φωνάξει
δέκα
φορές δεν
πήγαινε
στο σπίτι
.
Όλοι
οι
πελάτες
είχαν και
κάποιο
χαρακτηριστικό
προτέρημα
η
ελάττωμα
αλλά
γενικά
όλοι ήταν
καλοί
άνθρωποι .Μερικοί
βρίζανε .άλλοι
σπάνανε
πάνω στα
κέφια
τους και
μερικοί
συνήθιζαν
και
φτύνανε .Το
πιο
μερακλίδικο
φτύσιμο
το έκανε ο
Κωστής ο
Κεχαγιάς (Εσεκτζήκωστης),
Συχνά
όταν
καθότανε
στο
καφενείο
έβηχε
και είχε
φλέματα (μπαλγκάμια)
και
έφτυνε
στο χώμα
και μετά
με τα
καινούρια
του
σκαρπίνια
για να
το
εξαφανίσει
το
πατούσε
και το
έτριβε ,το
έκανε σαν
αλοιφή .
Ήταν
πάντα
ντυμένος
καθαρός
αλλά πολύ
πειραχτήριο
και καλός
νοικοκύρης
και
χουβαρδάς
.
Αυτοί
που
πίνανε
πολύ ήταν
πρώτος ο
πατέρας
μου .Μερικοί
πελάτες
που
ερχόταν
ζητούσαν
ένα ούζο
για τον
εαυτό
τους
κερνούσαν
και τον
πατέρα
μου .Μετά
γινόταν
το
αντίθετο
και αυτό
το βιολί
πήγαινε
με κάθε
πελάτη
μέχρι τα
μεσάνυχτα.
Όσο για το
κάπνισμα .Αυτός
άρχιζε
μόλις
ξυπνούσαν
μέχρι που
να πάει
στο
κρεβάτι
Ο
πρόωρος
θάνατος
του
πατέρα
μου στα 60
του
χρόνια
ήταν που
έπαθε
καρκίνο
στα
πνευμόνια
του από το
δικό του
κάπνισμα
αλλά και
από το
παθητικό
κάπνισμα
που
ανάπνεε
μέρα
νύχτα το
καπνό των
άλλων .Επίσης
και
πρόωρος
θάνατος
της
μητέρας
μου από τα
νεφρά της
οι
γιατροί
το
απέδωσαν
που
έτρωγε
πολλά
τηγανητά.
Κάθε
μέρα
τηγάνιζε
για το
καφενείο
ψάρια (σαρδέλες)
πιπεριές,
μελιτζάνες
και
κρεατικά .επίσης
ετοίμαζε
και πολλά
αλμυρά
παστά και
όπως
ξέρουμε
αυτά
είναι
νόστιμα
αλλά
βλαβερά.
Καφενείο
Αναστασίου
Ταξηντάρη.
1945. Μία
παρέα
Χαμιντιελίδων
νέων και
ηλικιωμένων.
Όρθιος
είναι ο Αναστάσης
Ταξηντάρης
πίσω από
την παρέα.
Από
αριστερά. 1)
Μπατζελής
Δημ
2)
Κουρτίδης
Γεώργιος.
3)
Χατζημάρκος
Αθανάσιος
4)με την
τραγιάσκα
?............... 5)
Γεώργος
Αϊβάζογλου
6)
Τσακίρης Ηρακλής
7) με την
τραγιάσκα?...............8)
Ζαμπούνογλου
Παναγιώτης
(Οντουντζής
και 9)
Νίκος
Κουλακτσής
.
Η
φωτογραφία
αυτή
είναι
προσφορά
του φίλου
μου του
Νίκου
Χατζημάρκου
.Δυστυχώς
τα δύο
άτομα της
παρέας
είναι
πολύ
γνωστά
πρόσωπα
αλλά δεν
μπόρεσα
και γώ να
τους
θυμηθώ .Εάν
βρεθεί
κάποιος
που τους
γνωρίζει
να
προσθέσει
τα
ονόματά
τους.
Το
ατμότρενο
φέρνει
πολλές
αναμνήσεις
στου
παλιούς
που ήταν
συνηθισμένοι
να
βλέπουν
να
περνούν
τα τρένα
μπροστά
από τα
σπίτια
και τα
καφενεία
του
χωριού
μας η
επάνω
γραμμή
ήταν της
Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης
και η κάτω
Θεσσαλονίκης-Γευγελή
.Τα δένδρα
αυτά ήταν
απέναντι
από το
καφενείο
του
Ταξηντάρη
και μέρος
του
χωματόδρομου
είναι
δεξιά και
αριστερά
ήταν ένα
βαθύ
χαντάκι
επίσης
και
ανάμεσα
από τις
γραμμές
ένας
βαθύς
λάκκος.
Διακόσια
μέτρα
αριστερά
είναι το
καφενείο
του
πατέρα
μου
Φωτογραφία
Ν .Χατζημάρκου
Εδώ
είναι
άλλη μία
παρέα (με
γυναίκες
αυτή τη
φορά) στο
καφενείο
του
Αναστάση
Ταξηντάρη
.Αριστερά
διακρίνεται
η κυρία
Ανθή
Χατζημάρκου
και με το
άσπρο
πουκάμισο
είναι ο
Αναστάσης
Φώτο.
Νίκου
Χατζημάρκου
Εδώ η
κυρία
Ανθή
ετοιμάζει
να κάνει
πίττα με
το
άνοιγμα
φύλλου
όπως
έκανε και
η μητέρα
της η
Αμαλία
στη
πατρίδα
της το
Χαμιντιέ .
Φώτο.
Νίκου
Χατζημάρκου
Τα
παντοπωλεία
Τα
παντοπωλεία
ή τα
μπακάλικα
ήταν κι
αυτά
απαραίτητα
και οι
άνθρωποι
που είχαν
κάποια
πείρα
εκμεταλλεύτηκαν
την
κατάσταση
να
ανοίξουν
μαγαζιά.
Το
πρώτο
παντοπωλείο
βέβαια
υπήρχε
στην
παλιά
συνοικία
του
Αραπλή
και ήταν
του Βέτα
αλλά όταν
ήρθαν οι
πρόσφυγες
από την
Προύσα το
πρώτο
παντοπωλείο
ήταν του
Δημήτρη
Μαρκόπουλο
και στη
συνέχεια
της
κυρίας
Ιωαννίδου
(μητέρα
του
Λεωνίδα ) .και
ήταν
κτήρια
κατάλληλα.
Όταν
εγκαταστάθηκαν
οι
πρόσφυγες
από το
Χαμιντιέ
δεν
κτίσθηκαν
ειδικά
μαγαζιά
αλλά οι
επαγγελματίες
τα
εγκατέστησαν
μέσα στα
προσφυγικά
τους
σπίτια . Ο
πρώτος
ίσως να
ήταν του
Χρήστου
Εζανίδη
και του
Γεώργου
Λαδόπουλο(
Νταστζή)
αλλά και
του
Θοδωρή
Κουρτίδη.
Αλλά ας
του βάλω
όλους
κατά
σειρά που
του
θυμάμαι
μέχρι το 1954
που έφυγα
.
Βέτας
και
Καραπασχάλης
Κυριάκος
Χατζήνταή
Μαρκόπουλος
Δημήτριος
Λεωνίδας
Ιωαννίδης
Εζανίδης
Χρήστος
(πουλούσε
εργαλεία
και είδη
οικοδομών)
Κουρτίδης
Θεόδωρος
Λαδόπουλος
Γεώργιος (Νταστζής)
Γιανακέρης
Αυγερινός
Σαρρής
Γεώργιος
&Γιάννης
Λαζάρου
Ευάγγελος
(είδη
ζωοτροφών
και
κάρβουνων)
Αναστασία
Ιωαννίδου
&
Γεωργίου
Κίντζη
Συμεών
Κεχαγιάς
Ταξηντάρης
Αναστάσης
Χατζηκωστή
Κώστας (
πρατήριο
τσιγάρων)
Κατσανίδης
Δημήτριος
Αδαμόπουλος
Ηλίας (πρώην
ράφτης) .
Σκέντζος
Δημήτριος
Αυτοί
ήταν οι
παντοπώλες
οι οποίοι
βιοπαλεύανε
να ζήσουν
και να
εξυπηρετήσουν
τον
προσφυγικό
κόσμο
προμηθεύοντας
τους τα
απαραίτητα
υλικά που
είχαν
ανάγκη .
Πολλοί
από τους
επαγγελματίες
αυτούς
δίνανε
και
πίστωση
στους
πελάτες
τους ως
που να
καλλιεργήσουν
και να
πουλήσουν
τα
προϊόντα
τους στη
λαχαναγορά
.Από ο, τι
θυμάμαι
δεν
υπήρξε
ποτέ
κανένα
μπαταξηλίκη
από τους
έντιμους
γεωργούς
του
χωριού
μας
σε
κανέναν .
Τα
εμπορεύματά
τους οι
μπακάληδες
τα
έπαιρναν
από την
Θεσσαλονίκη
που
απέχει
μόνο 9
χιλιόμετρα
και την
προμήθεια
αυτή των
εμπορευμάτων
τη έκαναν
οι
αραμπατζήδες
με τα
αλογόκαρά
του που
έπαιρναν
τις
παραγγελίες
τους και
τα
ψώνιζαν
από του
εμπόρους
των
μπακάληδων
και τους
τα
φέρνανε
στη πόρτα
τους.
Οι
αραμπατζήδες
ή (
πόστατζηδες)
Ο
πρώτος
που
ασχολήθηκε
με αυτή τη
δουλειά
των
μεταφορών
ήταν ο
συμπατριώτης
μας Αντώνιος
Τσακίρης
(Αραμπατζή
Αντών) και
κατά
σειρά.
Αντώνιος
Τσακίρης (
Τσακίρ
Αντών
αραμπατζή)
Χουρσόγλου
Αντώνιος (
Αραμπατζή
Αντών
Τοκίτσης
Γεώργιος
Αλέκος
Μπαλτατζής
Νίκος
Εζανίδης.
Μακέτα-μοδέλο.
Η Σούστα,
ο αραμπάς
ή το
αλογόκαρο
της Νέας
Μαγνησίας
.
Είναι
ένα μικρό
μοντέλο
που
κατασκεύασα
ο ίδιος με
μεγάλο
μεράκι
.Το
κάρο αυτό
το οποίο
το
κατασκεύαζε
ο
Αρμένιος
καροποιός
Μαρκάρ
στη
Θεσσαλονίκη
ήταν το
πιο
χρήσιμο
εργαλείο
του
κηπουρού,
του
γεωργού
και του
επαγγελματία
όπως
είναι
σήμερα το
αυτοκίνητο
.Με αυτά
κηρύξαμε
πόλεμο
κατά των
Ιταλών
και μ’
αυτά
μεταφέραμε
στρατό
και υλικά
στο
μέτωπο .Χρήσιμο
εργαλείο
Τέτοια
κάρα ή
παρόμοια
υπήρχαν
χιλιάδες.
Στο χωριό
μας
κυκλοφορούσαν
περί τα 400.
Το 1994 όταν
ήρθα στο
χωρίο δεν
είδα
κανένα
παρά μόνο
ένα μέσα
σε μία
αυλή
δίχως
τροχούς
και
τελείως
καταστραμμένο.
Ρώτησα
γιατί με
λίγα
έξοδα και
κόπο δεν
το
διορθώνει
να το
έχουν για
δείγμα σε
ένα
κατάλληλο
μέρος να
το
βλέπουν
οι
νεότερες
γενιές
πως
ξεκίνησαν
οι
παππούδες
του; Μου
είπε ότι
έλεγα
βλακείες.
Ας είναι
εγώ
έκατσα
και το
έκανα σε
μοντέλα
και όλα τα
βιοποριστικά
πράγματα
του
χωριού
που θα τα
δείτε σε
άλλες
σελίδες.
Τα
Αρτοποιεία
(Οι
φούρνοι)
Με
την
ανοικοδόμηση
αν όχι όλα
τα σπίτια
ένα στα
τρία η
τέσσερα
σπίτια
είχαν
δικό τους
φούρνο
για να
ψήνουν τα
ψωμιά του
και να
κάνουν
φαγητά
του
ταψιού
τις πίτες
και άλλα
φουρνιστά
. Για το
άναμμα
του
φούρνου
καίγανε
βαμβακόξυλα,
καλαμποκιές,
γκοζαλάκια.
κλαδιά
δένδρων
και όσοι
μπορούσαν
αγοράζανε
πουρνάρια
από τους
πάς που τα
φέρνανε
από την
Νεοχωρούδα
η το
Γραδεμπόρι
η τα
έπαιρναν
με
ανταλλαγή
λαχανικών
κλπ. .
Εκτός
βέβαια
τους
σπιτικούς
φούρνους
υπήρχαν
και οι
μεγάλοι
επαγγελματικοί
φούρνοι
που
πουλούσαν
ψωμιά και
ψήνανε
φαγητά..
Σύμφωνα
με τις
πληροφορίες
που είχα ο
πρώτος
φούρνος
ήταν πάλι
μέσα σε
προσφυγικό
σπίτι που
ανήκε
στον Μιχάλη
Χατζημιχάλη
που
έγινε με
λίγες
μετατροπές
και ήταν
του
Κουρτίδη
Μιχάλη (Γκούρτογλου)
ήταν
παππούς
του Μιχάλη.
Γ.
Κουρτίδη
.Ο
αρχηφουρνάρης
εκεί ήταν
ο Γεώργος Σπανίδης
.Τον
θυμάμαι
διότι
λειτούργησε
μέχρι το 1937.
Το κτήριο
αυτό
κληρονομήθηκε
από την
οικογένεια
Τάσου
Δαουλτζόγλου.
Ο
δεύτερος
φούρνος
θα πρέπει
να ήτα του
Ανέστη
Σιφνιάδη
(Γων.
Παπάγου &
Καραβαγγέλη)
. Ήταν
πρόσφυγας
ίσως από
την Βήγα
και πολύ
καλός
τεχνίτης
στην
αρτοποιεία
.Το
δούλευε
οικογενειακώς
με την
γυναίκα
του τη
Μαρία
τους
γιους
Χαράλαμπο
και Κώστα
και την
κόρη του
Κατίνα .
Ο
τρίτος
που θα
αναφέρω
είναι και
ο
καλύτερος
και πιο
ιστορικός
του
χωριού
που ακόμα
που γράφω
αυτές τις
γραμμές
να
λειτουργεί
και ήταν
του Βασίλη
Ασβεστόπουλου
από τη
Βήγα και
έτσι
ονομαζόταν
.Και αυτός
ο φούρνος
ήταν
οικογενειακός
και όλοι
έπαιρναν
μέρος
στις
δουλειές
με την
γυναίκα
του την
Θεοσεφή,Διαμαντούλα
,Γιάννη,
Μαρίκα,
Παγκράτη
και
Αντώνη.
Ο
φούρνος
του κυρ.
Βασίλη ήταν
ειδικά
χτισμένος
να
θερμαίνεται
από κάτω
και τον
άναβαν
από το
πίσω
μέρος που
ήταν και
το
καθιστικό
τους .Το
ζυμωτήρι
ήτα στο
επάνω
πάτωμα
που ήταν
πάντοτε
ζεστό για
να
βοηθάει
τη ζύμη να
«βγαίνει»
πιο
γρήγορα
και ήταν ο
μεγαλύτερος
φούρνος
του
χωριού .Επί
κατοχής
απ’ αυτό
το φούρνο
παίρναμε
ψωμί
καλαμποκίσιο
(μπομπότα)
με δελτίο
. Κάθε
πρωί από
τα
ξημερώματα
πιάναμε
σειρά να
πάρουμε 100
γραμ..
ψωμί .Πάντα
πρώτος
στη σειρά
ήταν ο
Αποστόλης
Γουγούλας
.Όταν
κόντευε
να
ανοίξει ο
Βασίλης
το ρολό (κεπένκι)
αυτό
φώναζε
δυνατά «Άιντε
και
μυρίζει».
Μόλις
έπαιρνε
τη
μπομπότα
και μετά
πήγαινε
να
μαζέψει
ραδίκια .
Μόλις
τελείωσε
ο πόλεμος
αμέσως
από
μπομπότα
αρχίσαμε
να τρωμε
το ψωμί
της UNRA
που ήταν
μπουράτο
άσπρο και
φουσκωτό
Ο
τέταρτος
φούρνος
που
άνοιξε
αργότερα
μετά τον
πόλεμο
ήταν του Δημήτρη
Μπατζελή
και ήταν
επί της
Εθνικής
οδού στην
πλευρά
του
Διαβατά
κοντά στο
σιδ.
Σταθμό ο
οποίος
δούλευε
πολύ καλά
γιατί
εξυπηρετούσε
όλον
τον
συνοικισμό
του
Διαβατά
πού είχε
τόση
ανάγκη .Πολλές
φορές τον
προμήθευε
με ψωμιά
και με
ζύμη ο
φούρνος
του
Βασίλη .
Αυτά τα
μετέφερε
στον ώμο
του ο
συμπατριώτης
μας
Λευτέρης
που ήταν
και λίγο
διανοητικά
καθυστερημένος
και έκανε
ώρες ως
που να
πάει εκεί
και
φορτωμένος
.Πέθανε ο
ταλαίπωρος
από τη
πολύ
ψείρα
στον
αχυρώνα
του
Βασίλη
Ασβεστόπουλου
.
Ο
Φούρνος
του
Ανέστη
Σιφνιάδη
που
χτίστηκε
στη
δεκαετία
του 1920 και
λειτούργησε
μέχρι τη
δεκαετία
του 1970 και
δεν
λειτουργεί
πια. Η
φωτογραφία
αυτή
είναι του
1994 την
πήρα
όταν
ήμουν στο
χωριό.
Εδώ
ένας
σπιτίσιος
φούρνος
του Αθ.
Χατζημάρκου
με τα
παιδιά
του. Την
Αμαλία
Σοφία και
τον
Γιάννη με
το μωρό να
φουρνίζουν
τα
σπιτικά
ψωμιά
Τα Κουρεία
Στο
χωριό μας
υπήρχαν
μερικά
κουρεία
διότι οι
άντρες
τουλάχιστον
μια φορά
την
εβδομάδα
πήγαιναν
να
ξυριστούν
.Τα
ξυραφάκια
και οι
μηχανές
τους τότε
ήταν
ακριβά,
μετά
υπήρχε
και ο
βερεσές
από
ορισμένους
και τα
πλήρωναν
όταν θα
έβγαζαν
τα
μαξούλια
τους (τα
λαχανικά).Κομμωτήριο
δεν
θυμάμαι
να υπήρχε
μέχρι την
χρονιά
που έφυγα
(1954) να
υπήρχε
διότι
τότε οι
γυναίκες
φορούσαν
το
τσεμπέρι
και όσες
δεν
φορούσαν
τα
χτένιζαν
μόνες
τους .Όσο
για τις
νέες
κοπέλες
πηγαίνανε
στη πόλη
της
Θεσσαλονίκης
για
κανένα
περμαναντ
κλπ
Οι
κουρείς
που
είχαμε
τότε ήταν:
Νίκος
Τρουλιανίδης
Πανανής
Ευστρατίου
Μανόλης……………Δίπλα
από το
καφενείο
του
Ταξηντάρη
Χάρης
Κούρογλου
Ο
Νίκος
Τρουλιανίδης
ήτανε νέο
παιδί και
ορφανός
όταν ήρθε
να
εργαστεί
σαν
κουρέας
στο
καφενείο
του
πατέρα
μου .Του
παραχώρησε
ένα μέρος
μέσα στο
καφενείο
έβαλε την
ωραία
πολυθρόνα
και τον
καθρέπτη
του και
ήταν πολύ
καλός
κουρέας
και
δούλευε
με μεράκι
.Ο πατέρας
μου δεν
του
έπαιρνε
ενοίκιο
αλλά τα
βράδια
όταν είχε
δουλειά
τον
βοηθούσε
στο
σερβίρισμα
και σε
άλλες
δουλειές
και
πατσίζανε
.Μετά ήταν
ότι ο ένας
έφερνε
στον
άλλον
πελάτες .
Ο Νίκος
ήταν πολύ
καλό
παιδί
πολλές
φορές
τρώγαμε
όλοι μαζί
και οι
γονείς
μου τον
είχαν σαν
παιδί
τους .Έμενε
δε τα
βράδια ,μετά
που
έκλεινε
το μαγαζί
σε μία
γωνία του
κουρείου
μέχρι την
ημέρα που
παντρεύτηκε
.
Τις
περισσότερες
φορές
αυτός
άνοιγε το
μαγαζί ,
άναβε τη
σόμπα και τον
τσεζβέ
για καφέ
και τσάι
σα να ήταν
δική του
δουλειά
με πλήρη
εμπιστοσύνη.
Όταν
παντρεύτηκε
την Φωτώ
του
Νικήτα
την
αδελφή
από τον
Χαμιντιέ
απέκτησαν
ένα
χαριτωμένο
κοριτσάκι
το οποίο
το
βάφτισε
ένας
Γερμανός
λοχίας
σταθμάρχης
Επί
κατοχής
που έμενε
στο σπίτι
του
Γεώργου
Σαρρή.
Ήταν πολύ
αγαπητός
σε όλους
εκεί στη
γειτονιά
και φίλος
του
πατέρα ο Καρλ
Σχλίτσερ .
Ο
Πανανής
Ευστρατίου
και Μανόλης
δουλέψανε
στο ίδιο
κουρείο
χωριστά ο
καθένας
και το
κτίριο
ανήκε
στον
Ταξηντάρη
Ο
Χάρης
Κουρόγλου
εργάστηκε
σε
διάφορα
μέρη
ακόμα και
στο δικό
μας
κάποτε
αλλά δεν
ήταν
πλήρους
απασχόλησης
διότι
είχανε
και το
λαχανόκηπό
τους .
Τα
Κρεοπωλεία
και
οι
Χασάπηδες
Παμπούρης
Νικόλαος
ή ( Πασάς )
Ψάλτογλου
Βασίλειος
(το
χασάπικο
του ήταν
κοντά στο
σταθμό)
Ρήγας
Αντώνιος
και γιοι
Γεώργος
και
Αλέξης
Τζίτζος
Γεώργιος
και γιος
Ανδρέας
Καραμπέτσο;
Κυριάκος (πρώτος
ξάδελφος
του
πατέρα
μου)
Μερτζεμέκης
Γιάννης
και
Ανδρέας
Κουρτίδης
Γεώργος
και γιος
Μιχάλης
Το
κρέας
βέβαια ως
απαραίτητη
τροφή το
τρώγαμε
μια φορά
την
εβδομάδα
όταν
υπήρχαν
τα λεφτά
να το
αγοράσουν
οι
γονείς
μας .Οι
χασάπηδες
του
χωριού
σφάζανε
ως επί το
πλείστον
τις
Κυριακές
και η
σφαγή των
ζώων ,.το
ξεκοίλιασμα
και το
γδάρσιμο
γινόταν
στην αυλή
του
σπιτιού ή
μπροστά
στα
καφενεία.
Τα
άχρηστα
τα
πετούσαν
στα
κοντινά
χαντάκια
και τα
πεινασμένα
σκυλιά
που
περίμεναν
την δική
τους
μερίδα
δεν
άφηναν
τίποτα να
μολύνει
το
περιβάλλον
και κατ
ευθείαν
μετά
τα
κρεμούσαν
στα
δένδρα
του
καφενείου
και αυτό
ήταν το
κρεοπωλείο
.
Τα
καλοκαίρια
βέβαια
είχαν
πρόβλημα
με τις
μύγες, Οι
μυγοπαγίδες
ήταν
ακριβές
είχαν
όμως τις
ουρές από
άλογα ή
αγελάδες
που
διώχνανε
μ’ αυτά
τις μύγες
.Τη
δουλειά
αυτή την έκαναν
τα παιδιά
.Ένα απ’
αυτά
ήμουν κι
εγώ . Ο
θείος
Κυριάκος
μου έδινε
λίγο
χαρτζιλίκι
και όταν
δεν είχα
δουλειά
στο
καφενείο
κυνηγούσα
τις μύγες
.
Ο
μόνος
χασάπης
που είχε
μία
παράγκα
ήταν ο
Γιάννης ο
Ρήγας με
τα παιδιά
του, τον
Γεώργο
και Αλέξη
και την
είχε
στήσει
ακριβώς
πίσω από
το σπίτι
του
Χατζημάρκου
και
απέναντι
από το
μπακάλικο
και
καφενείο
του
Ταξηντάρη
που
έκλεινε
το μισό
δρόμο .Αμέ!..
Με τα
μαχαίρια
και τα
τσεκούρια
που είχε
εκεί ας
τολμούσε
κανένας «αρμόδιος»
να του πει
να φύγει
από την
πιάτσα .
Ο
Πασάς
ήταν το
κάτι άλλο,
ήταν
ψηλός
γεροδεμένος
και
αρκετά
δυνατός.
Αυτός
συνήθως
έσφαζε
μοσχάρια
η
γουρούνια
μπροστά
στη
μεγάλη
αυλή του
σπιτιού
του και
όταν ήταν
έτοιμος
αρματωνόταν
με τα
μαχαίρια
και τα
τσεκούρια
στη μέση
έριχνε
ολόκληρο
μοσχάρι
στον έναν
ώμο και τη
ζυγαριά
στον άλλο
και
πήγαινε
πρώτα στα
προυσαλήδικα,
που
σίγουρα
το
πουλούσε ,αλλά
αν
περίσσευε
τίποτα
πήγαινε
και σε
άλλα
καφενεία,
περνούσε
κι’ απ’ το
δικό μας
Ο
Τζίτζος
δούλευε
πάντοτε
από το
σπίτι του
και ήταν
καλός
χασάπης.
Επί
κατοχής
ήταν ο
μόνος που
προμήθευε
κρέας στη
μαύρη
αγορά
τους
χωριανούς
και
ξένους
που καμιά
φορά
έδινε και
αλογίσιο
κρέας,
στους
ξένους
Ο
θείος
Κυριάκος
Καραμπέτσος
είχε το
χασάπικο
του στην
αυλή του
καφενείου
μας .Έπινε
πολύ και
πολλές
φορές με
την παρέα
του
τρώγανε
ένα αρνί
που τα
κρέατα τα
τηγάνιζε
η μητέρα
μου για
την παρέα
του
Τα
αδέλφια,
Μερτζεμέκης
Γιάννης
και
Ανδρέας
δουλεύανε
τότε με
τον
Γεώργο
Κουρτίδη
στο
σταθμό
κοντά
εκεί
μαθήτευε
και ο
Μιχάλης
που έγινε
ένας από
τους
καλύτερους
χασάπηδες
μετά μέσα
στη
Θεσσαλονίκη
.
Ο
Ψάλτογλου
είχε
μόνιμη
θέση στο
σταθμό
κοντά και
η
πελατεία
του ήταν
γνωστοί
Χαμιντιελήδες
από το
Διαβατά
αλλά και
άλλοι
κάτοικοι.
Υποδηματοποιοί,
Τσαγκάρηδες
και
μπαλωματήδες
Ο
πιο
παλιός
και
πρώτος
τσαγκάρης
σίγουρα
είναι ο
Αρμένιος
πρόσφυγας
που είχε
το
τσαγκάρικό
του στα
προυσαλίδικα
απέναντι
από το
μπακάλικο
του
Λεωνίδα
Ιωαννίδη.
Και
ονομαζόταν
Μουσορνίκ
Οανίκ
Αυτός
εκτός που
διόρθωνε
έκανε και
παπούτσια
κατά
παραγγελία
και ήταν
άριστος
τεχνίτης.
Θυμάμαι
κάθε
χρόνο ο
πατέρας
μου
επειδή
ήταν και
πελάτης
του
καφενείου
μας έδινε
παραγγελία
να μου
κάνει
μποτάκια.
Τα
έφερνε
πριν
αρχίσει
το
σχολείο
στο
καφενείο .Εκεί
τα
φορούσα
και τα
καμάρωνα .αλλά
ήμουν και
λίγο
αφελής, Με
έβαζαν οι
πελάτες (ιδίως
ο Νίκος ο
Σαρρής )
να τρέξω
μέχρι το
καφενείο
του
Αναστάση
για να
τους
δείξω
πόσο
τρέχουν
τα
παπούτσια
μου .Έτρεχα
ο βλάκας
αλλά μου
έδινε
μισή
δραχμή να
πάρω
πετειναράκι
από την
κυρά
Αναστασία
. Αυτός με
πείραζε
πολύ .Μία
φορά ήρθε
ένας
αρκουδιάρης
στο
καφενείο
να
χορέψει
την
αρκούδα
του .
Επειδή
την
αρκούδα
την είπα (αρτούκα
)με
βάφτισε
αρτούκα
και αυτό
ήταν το
παρατσούκλι
μου .
Κάποτε
όταν
ήμουν πιο
μικρός
είδα από
την
ακακία να
κατεβαίνει
μια
μεγάλη
αράχνη
και
επειδή
μιλούσα
και
τουρκικά
είπα
μπροστά
σε όλους .
«Κοιτά
θείο Νίκο
έρουντζέ
κατεβαίνει
(δηλαδή
αράχνη
κατεβαίνει)
Αυτό μου
το έλεγε
πάντα
Επίσης
έναν
άλλος
καλός
τσαγκάρης
ήταν ο Αναστάσης
Τσουλιώτης
και το
μαγαζί
του το
είχε εκεί
που ήταν
συνήθως
οι
κουζίνες
των
προσφυγικών
σπιτιών
εκεί
έκανε
επισκευές
αλλά
έπαιρνε
και
παραγγελίες
και ήταν
καλός
τεχνίτης.
Με
τον
πόλεμο
εγκαταστάθηκε
στο χωριό
μας και ο
Γεώργος
Χατζηιωάννου
από τη
Θεσσαλονίκη
που ήταν
και
συγγενής
της κυρά
Εμορφίας
Τσορμπατζόγλου
και εκεί
στο πίσω
μέρος του
σπιτιού
της
άνοιξε
ένα μικρό
μαγαζί με
πρόσοψη
το
κεντρικό
δρόμο .Επίσης
ήταν
επαγγελματίας
υποδηματοποιός
και έκανε
πολύ καλά
παπούτσια
και
δούλευε
καλά .Παντρεύτηκε
δε την
μεγάλη
κόρη του
Γιάννη
Λεώντογλου
την
Δημητρία
και έγινε
μόνιμος
κάτοικος
του
χωριού.
Εκτός
βέβαια
από τους
μόνιμου
τσαγκάρηδες
είχαμε
και τους
επισκέπτες
από την
Θεσσαλονίκη
που
γύριζαν
στους
δρόμους
για να
μπαλώσουν
κανένα
ξηλωμένο
παπούτσι
να
βγάλουν
ένα
μεροκάματο
.
Τη
δουλειά
του
μπαλωματή
την
έκαμνα κι
εγώ αλλά
μόνο τα
δικά μας
παπούτσια
και της
γειτονιάς
Έτσι οι
υποδηματοποιοί
ήταν:
Μουσορνίκ
Οανίκ
Αναστάσης
Τσουλιώτης
Γεώργιος
Χατζηιωάννου
.
Σιδηρουργεία
και
καροποιεία
επειδή
το χωριό
μας ήταν
γεωργοκηπουρικό
μέρος ,όλοι
σχεδόν
είχαν τα
γεωργικά
τους
εργαλεία
τα οποία
από καιρό
σε καιρό
ήθελαν
επισκευή
ή κάποια
συντήρηση
.
Ο
Πρώτος
και
αξιόλογος
τεχνίτης
που
ασχολήθηκε
μ’ αυτές
τις
δουλειές
ήταν ο Αθανάσιος
Χατζημάρκος
ο οποίος
διέθεσε
ένα μέρος
του
σπιτιού
του προ
τον
κεντρικό
δρόμο και
το έκανε
σιδηρουργείο
και
καροποιείο.
Αυτός ο
άνθρωπος
και στο
Χαμιντιέ
με τον
αδελφό
του τον
Μάρκο
διατηρούσαν
σιδηρουργείο
που τώρα
οι
Τούρκοι
το έχουν
μετατρέψει
σε
καφενείο
και είναι
στη
σελίδα 13.
Θα
παρατηρήσετε
ότι όλες
οι
σιδερένιες
κατασκευές
γίνανε
από τα
δικά τους
χέρια .Αλλά
και στο
χωριό μας
τα
κάγκελα
του
καφενείου
του τα
έκανε ο
ίδιος .
Στο χωριό
εκτός που
επισκεύαζε
όλα τα
εργαλεία
κατασκεύαζε
και κάρα
όπως τα
ήθελε ο
πελάτης .
Εκτός από
αυτά ήταν
και ένας
από τους
καλύτερους
οπλουργούς
του
Ελληνικού
στρατού
στη Μικρά
Ασία .
Τη
δουλειά
αυτή όμως
δεν την
συνέχισε
διότι
δεν ήταν
αρκετή να
ζει την
οικογένειά
του. Εκτός
απ΄ αυτή
τη
δουλειά
επεκτάθηκε
στη
συστηματική
καλλιέργεια
λαχανικών
και
φρούτων
και άλλων
κοινωφελών
δραστηριοτήτων
.Εκτός
βέβαια
που ήταν
πρόεδρος
της
Κοινότητας
κατά
σειρά
ετών ήταν
και
πρόεδρος
του
Συνεταιρισμού
και όλα τα
προλάβαινε
Ήταν δε ο
πρώτος
πριν από
τον
πόλεμο
που έφερε
φυτά
φράουλας
από την
Ιταλία
και
καλλιέργησε
στο κτήμα
του με
μεγάλη
επιτυχία
Τα
φράουλά
του ήταν
περιζήτητα
από τα
μεγαλύτερα
εστιατόρια
της
Θεσσαλονίκης
και της
Αθήνας
ακόμη .
Μετά
καλλιεργήσανε
μερικοί
άλλοι
αλλά όχι
με τόση
επιτυχία .Επίσης
ήταν ο
πρώτος
που έφερε
μηχανή
ντίζελ LISTER
για την
άντληση
του νερού
από το
πηγάδι .Πρώτος
στη
παραγωγή
καϊσιών
ροδάκινων
και σύκα
καλής
ποιότητας
.Πρωτοπόρησε
δε και στη
παραγωγή
πατάτας.
Την
ίδια
περίπου
εποχή 1926-27
άνοιξε
και ένα
άλλο
σιδεράδικο
στο
κτίριο
του
Ταξηντάρη
μετά
από το
κουρείο
που ήταν
στο
κεντρικό
δρόμο και
κοντά
στου
Γεώργου
Σαρρή το
σπίτι και
ήταν του
Παναγιώτη
Γκαραγκιόζογλου
Αυτός
επισκεύαζε
κυρίως τα
μαχαίρια από
τα
αλέτρια .
έκανε
τσάπες,.ντιρμίκια
και άλλα
εργαλεία και
άλλαζε το
σιδερένιο
στεφάνι
των
τροχών
από τα
κάρα που
υπήρχε
ειδική
προετοιμασία
να
ζεσταθεί
κλπ. Στο
σιδηρουργείο
του
πήγαινα
κι εγώ να
τον
βοηθήσω
και να
μάθω
μερικά
πράγματα .Τραβούσα
το φυσερό
να
ανάβουν
τα
κάρβουνα
και
πολλές
φορές
δουλεύαμε
με δύο
σφυριά .Ήταν
δύσκολη
δουλειά
και
κουραστική
.Αυτός
ήταν πολύ
γερός.
Όταν δεν
είχε
δουλειά
ήταν στο
καφενείο
μας κάτω
από τη
σκιά των
δένδρων
αναπαυόταν
ή έπαιζε
καμία
ξερή ή 66 ,κάθε
βράδυ
όμως
ερχόταν
για το
ουζάκι
του και
είχε πολύ
ωραία
φωνή όταν
ερχόταν
στα κέφια
και
τραγουδούσε
τους
Τούρκικους
αμανέδες .
Με την
γυναίκα
του την
Παρίτσα
απέκτησαν
πέντε
ωραιότατα
κορίτσια
.
(1 Την
Μαρίτσα.(2
Ανθούλα
, (3
Βασιλεία,
(4 Νικολέτα.
και (5 την
Αρίστη
Η
Ανθή
Ζαμπούνογλου
του
Γιαννακό
και της
Αμαλίας
εδώ
παντρεύεται
τον
Αθανάσιο
Χατζημάρκο
το 1923
Περίπου
1931. Ο
Θανάσης
Χατζημάρκος
με τον γιο
του τον
Νίκο και
μία
εργάτρια.
Είναι ο
πρώτος
που
καλλιεργεί
συστηματικά
φράουλα
που έφερε
τα φυτά
από την
Ιταλία
και με
μεγάλη
επιτυχία
για πολλά
χρόνια .
Οι
πεταλωτές
Όπως
εμείς
φοράμε
παπούτσια
για να
προστατεύσουμε
τα πόδια
μας έτσι
και στα
άλογα
βάζουμε
πέταλα
για να
προστατεύσουμε
τα πόδια
τους από
του
πέτρινους
και
ασφαλτοστρωμένους
δρόμους
για να μη
πληγωθούν
τα πόδια
τους .
Τα
πέταλα
αυτά τα
κατασκευάζουν
ειδικοί
σιδεράδες
και τα
εφαρμόζουν
στα πόδια
των
αλόγων,
γαϊδάρων
και
μουλαριών
οι
πεταλωτές
που είναι
μία
ειδικότητα
που έχει
σχεδόν
εξαφανιστεί
Τα
πρώτα
χρόνια
στο χωριό
είχαμε
μόνον
έναν
πεταλωτή
τον Αρμένιο
Φίλιππα Σαρηγιάν
που είχα
το
πεταλωτήριό
του πάνω
στην
Εθνική
οδό και
στη
σιδηροδρομική
γραμμή
Θεσ-Αλεξανδρούπολης..
Περίπου
απέναντι
από το
καφενείο
του
Χατζημάρκου
.
Το
μαγαζί
του ήταν
από
λαμαρίνες
και
καλαμωτές
με ένα
μικρό
κήπο στο
μέρος του
σπιτιού
που έμενε
με τη
γυναίκα
του και
δεν είχαν
παιδιά .Ήταν
πολύ
φίλες με
τη μητέρα
μου και
πηγαίναμε
μαζί εκεί
επίσκεψη
για καφέ
Το
μαγαζί
του είχε
πολύ
δουλειά
διότι
σταματούσαν
εκεί και
περαστικοί
από τα
χωριά που
κατέβαιναν
στη πόλη.
επειδή
δεν
προλάβαινε
πήρε και
έναν
κάλφα (μαθητευόμενο)
τον Νίκο
Ταβλαρίδη
ο
οποίος
έγινε
μαζί του
πολύ καλό
τεχνίτης
και
αργότερα
όταν
γέρασε
και δεν
μπορούσε
να
συνεχίσει
ο Νίκος
ανάλαβε
όλη τη
δουλειά .
Δεύτερο
μαθητής
εκεί ήταν
και ο Πολυχρόνης
Χουρσόγλου
(δεύτερος
εξάδελφός
μου)
ο οποίος
όταν
έμαθε
καλά τη
δουλειά
άνοιξε
δικό του
πεταλωτήριο
εκεί που
ήταν
πρώτα το
σιδηρουργείο
του
Παναγιώτη
και μετά η
ταβέρνα
του Νίκου
Τρουλιανίδη
και έκανε
καλή
δουλειά
σαν
επαγγελματίας
πεταλωτής.
Άρδευση
και
Ύδρευση
Οι
πηγαδάδες
(γκουγιουτσήδες)
και οι
τουλούμπατζήδες
Για
κάθε
λαχανόκηπο
η σπίτι το
πιο
απαραίτητο
πράγμα
ήταν το
νερό .Πηγή
Ζωής για
κάθε τι
που ζει..
Οι πρώτοι
κάτοικοι
εκεί
είχαν τα
πηγάδια
αλλά όταν
εγκαταστάθηκαν
στο
Αραπλή οι
Μελισσοχωρίτες
(Μπαλτζανοί
) μένανε
μέσα
στους
λαχανόκηπούς
τους .Για
να
ποτίζουν
τα
λαχανικά
τους ήταν
οι πρώτοι
που
χρησιμοποίησαν
τα
μαγκανοπήγαδα
(τα
τσάρκια ).
Τα
πηγάδια
που
ανοίγανε
είχαν περίπου
5 μέτρα
διάμετρο
και βάθος
από 4έως 8
μέτρα
βάθος με
άφθονο
νερό που
πήγαζε
από το
υπέδαφος
με αρκετή
πίεση .
Δεν
ξέρουμε
ποίοι
ήταν οι
πρώτοι
αυτοί που
άνοιγαν
πηγάδια
με
τσιμεντένια
προστασία
να μη
πέφτουν
τα
τοιχώματα
του
πηγαδιού .Όταν
ήρθαν οι
πρόσφυγες
αυτοί που
ασχολήθηκαν
με τις
κατασκευές
των
πηγαδιών
ήταν :
Εζανίδης
Νίκος
Γρηγόρης
& Μιχάλης
Παπαδόπουλος
Σάββας
Πασανίδης
από το
Διαβατά
Αυτοί
οι
άνθρωποι
υπολογίζεται
ότι
άνοιξαν
περί τα
τετρακόσια
πηγάδια
στην
περιοχή
της Νέας
μαγνησίας
που
συγχρόνως
πότιζαν
τους
λαχανόκηπούς
και το
νερό δεν
τελείωνε
ποτέ ως
που ήρθε
καιρός
που
στέρεψαν
για πάντα
Σκίτσο
ενός
λαχανόκηπου
με το
μαγκανοπήγαδο(τσάρκι)
με τη
γούρνα
το ντάμι
.η σούστα
η αγελάδα
όπως
ήταν τα
παλιά
χρόνια σε
ένα
συνηθισμένο
μπαξέ .
Αυτή
η βρύση
ήταν η
κεντρική
και η
μεγαλύτερη
με δύο
γούρνες
προς και
πίσω και
είναι η
μόνη που
σώθηκε
και
διατηρήθηκε
ως εκ
θαύματος
και
βρίσκεται
στη γωνία
Καραϊσκάκη
28ης
Οκτωβρίου
και
Λεωφόρος
Νίκης.
Παλαιότερα
ήταν
απέναντι
από το
μπακάλικο
του Γ.
Λαδόπουλου
( Η βρύση
του
Νταστζή)..
Περίπου
στο ίδιο
σχέδιο
μικρότερες
αλλά με
μία
γούρνα
υπήρχαν
άλλες
πέντε σε
διάφορα
μέρη του
χωριού.
Εκτός
αυτών
υπήρχαν
και απλές
βρύσες
δίχως
γούρνες .Απλή
βρύση που
είχε και
γούρνα
ήταν αυτή
μπροστά
στο
καφενείο
μας την
είχε
κάνει ο
πατέρας
μου για
ποτίζουν
οι
χωρικοί
τα ζώα
τους
Επίσης
υπήρχαν
μικρά
πηγάδια
σε μερικά
σπίτια
που
έβγαζαν
το νερό με
τον κουβά
και άλλα
με
τουλούμπα.
Τα μικρά
πηγάδια
ήταν και
επικίνδυνα
για τα
μικρά
παιδιά
και δεν τα
προτιμούσαν
πολλοί .
Αυτοί
που είχαν
πηγάδια
με
τουλούμπα
στις
αυλές
έδιναν το
νερό στου
γείτονες
με μεγάλη
ευχαρίστηση.
Ήταν και
μέρος
συνάντησης
να
μιλήσουν
και λίγο
και να
κάνουν
κουτσομπολιό.
Ράφτες,
ράφτρες,
και
μοδίστρες
Τα
έτοιμα
ραμμένα
τότε ήταν
λίγο
ακριβότερα
και οι
χωριανοί
απέφευγαν
να πάνε
στη πόλη
και να
πάρουν
έτοιμα.
Προτιμούσαν
να τους το
ράψει ο
ράφτης
ανάλογα
με το σώμα
που είχαν,
αλλά
σήκωνε
και λίγο
παζαρλίκι
,με δόσεις
(βερεσέ)
Είναι
αλήθεια
ότι στο
χωριό μας
είχαμε
έναν καλό
ράφτη που
είχε
έρθει από
το Παρίσι
το 1935.Η
καταγωγή
του ήταν
από την
Κωνσταντινούπολη
και
λεγόταν Ηλίας
Αδαμόπουλος
με την
γυναίκα
του την Βαγγελία
που ήταν
κι αυτή
ράφτρα
και δεν
είχαν
παιδιά
Το
ραφείο
του το
είχανε
στου
Αρίστη
Τζορμπατζόγλου
και
ράβανε
πολύ καλά
κοστούμια
.Ήταν
καλοί μας
οικογενειακοί
φίλοι.
Όταν
εισέβαλαν
οι
Γερμανοί
στη χώρα
μας τα
κατάφερε
και έφυγε
στο
Κονγκό,
αλλά
μετά τη
λήξη του
πολέμου
επέστρεψαν
πάλι στο
χωριό.
Αγόρασαν
μέρος
του
οικοπέδου
από τον
Αρίστη
Τσορμπατζόγλου και χτίσανε
δικό τους
σπίτι και
μαγαζί
και
ανοίξανε
μπακάλικο
.
Ένας
άλλος
καλός
ράφτης
ήταν και ο
Κώστας
Κουγιουμτζής
που
έραβε
καλά και
κομψά
κοστούμια.
ράφτρες
δεν
είχαμε
παρά μόνο
την κυρά Αναστασία
Ιωαννίδου
του
Κίντζη
η οποία
έραβε
πουκάμισα
εσώρουχα
και απλά
γυναικεία
φορέματα’
Όσο
για
μοδίστρα
είχαμε
την Παρή
Παυλίδου (Σπανουδάκη
) .Αυτή
ήταν
ειδικευμένη
σε
φορέματα
μοντέρνα
της
εποχής
και όσα
έραβε
ήταν
καλοραμμένα
για
νεαρές
γυναίκες .Είχε
πάντα μία
ή δύο μαθητευόμενες.
Θυμάμαι
πολλά
παιδιά
πηγαίνανε
στην αυλή
της εκεί
που
πετούσε
τα
αποκόμματα
τα
μαζεύαμε
κάναμε
κορδέλες
και τα
βάζαμε
στα
καλαμένια
άλογα που
κάναμε ,τα
καβαλούσαμε
και
τρέχαμε
σαν τα
άλογα οι
ίδιοι
μέσα
στους
δρόμους
και
σηκώναμε
σκόνη
σύννεφο .
Το
σπίτι και
το
μοδιστράδικο
της Παρής
Σπανουδάκη
(Παυλίδου)
και της
πρώτης
μου
εξαδέλφης
Ευαγγελίας
Παυλίδου
το γένος
Εμμ& Κατ .Δελσίζη
Τάσος
1994
Οι
Τζαμτζήδες
Ο
μοναδικός
τζαμτζής
στο χωριό
μας ήταν ο
Θεόδωρος
Κουρτίδης
.Αυτός
ήταν και
αμπελουργός
έκανε και
μπακάλης
αλλά ήταν
και καλός
τζαμτζής .
Μέχρι
πριν τον
πόλεμο
αυτοί που
πίνανε
και
ερχόντουσαν
στα
μεράκια
κατεβάζανε
και
μερικά
τζάμια
στα
καφενεία .Το
δικό μας
ήταν
πρώτο στα
σπασίματα
και ο
μπαμπάς
μου
θυμάμαι
έλεγε «Εσείς
σπάνετε
εσείς
πληρώνετε».
Οι
περισσότεροι
πετούσα
επάνω (σαβουρτμά)
ποτήρια
μερικά
όμως
παλικαράκια
τα
σπάνανε
με τα
χέρια .Δυστυχώς
ένα
τέτοιο
εγχείρημα
έκανε ο
χωριανός
μας
Γεώργης
Ευθύμογλου
η (Ούφης)
και
σπάνοντας
το τσάμι
έκοψε
σημαντικές
αρτηρίες
και νεύρα.
Τον πήγαν
στο
νοσοκομείο
αλλά δεν
μπόρεσαν
να κάνουν
και πολλά
και το
χέρι του
έμεινε
παράλυτο
για το
υπόλοιπο
της ζωής
του και
ήταν το
δεξί του
με το
οποίο το
χρειαζόταν
.
Έτσι
ο κυρ
Θοδωρής
είχε
μπόλικα
τζάμια
στο σπίτι
ερχόταν
και τα
περνούσε
αμέσως
για λίγες
μέρες
μόνο.
Κτίστες
και
μαραγκοί
Επιπλοποιοί
δεν
υπήρχαν
στο χωριό
διότι
τότε δεν
μπορούσαν
οι
πρόσφυγες
να έχουν
τη
πολυτέλεια
αυτή να
έχουν
έπιπλα
στα
σπίτια
τους .Οι
περισσότεροι
πρόσφυγες
τρώγανε
πάνω στο
σοφρά
που ήταν
χαμηλό
τραπέζι
και
καθόντουσαν
κάτω και
για
πολυθρόνα
είχαν το
μιντέρι (καναπές)
Οι
κτίστες
που
είχαμε
ένας μόνο
μπορούσε
να χτίζει
σπίτια κι
αυτός
ήταν ο Γεώργος
Κωνσταντινίδης
και ο
πατέρας
του ο Στέφος
επίσης
ήταν και
καλός
μαραγκός
και
τσιμεντάς
.Αυτός
είχε
τσιμεντώσει
το
καφενείο
μας το 1932
επίσης
έκανε και
την
επέκταση
του
καφενείου
με
κουζίνα
στο
σπίτι
και
εξωτερικό
αποχωρητήριο
Ο
άλλος
ήταν ο Βασίλης
Ελευθεριάδης
(Κοτζά
βασίλ) ο
οποίος
έχτιζε
στάβλους
αχυρώνες
που δεν
ήθελαν
και
πολλές
λεπτομέρειες
. Επίσης ο
Βασίλης
το 1944-45
κατασκεύαζε
και
τούβλα
στο
χωράφι
του. Έβαζε
μέχρι
τρία
καμίνια.
Θυμάμαι
δούλεψα
κι’ εγώ
για λίγο
καιρό
μαζί του
αλλά τα
τούβλα
δεν ήταν
καλής
ποιότητας
διότι το
χώμα ήταν
αμμουδερό
.Πίσω από
το
ανάχωμα
Επίσης
και ο Κωστής
Μπογιαττζή
ήταν
καλός
κτίστης
όπως και ο
Βασίλης
Ο δε γιος
του Κώστα
Μπογιατζή
ο
Γεώργος ήταν
ένας
καλός
μαραγκός
έκανε και μερικά απλά
έπιπλα
αλλά
πέθανε
πολύ νέος
και τον
θρήνησε
όλο το
χωριό .
Αυτοί
που
θέλανε να
κτίσουν
καλά
σπίτια
έφερναν
μαστόρους
από την
Θεσσαλονίκη
που
συνήθως
τους
βρίσκανε
σε μέρη
που
συχνάζανε
σε ειδικά
καφενεία
των
Ηπειρωτών
και
Κοζανιτών
.
Ένα
από τα
καλύτερα
σπίτια
που είχαν
κτισθεί
πριν από
το πόλεμο
ήταν του
Γεώργου
Σαρρή το
σπίτι και
ήταν το
μόνο
διώροφο
και άρτια
επιπλωμένο
σπίτι της
εποχής. Ο
γάμος του
έγινε
εκεί το 1938
με την
αγαπημένη
του
Αλκμήνη
που ήρθε
νύφη από
τη
Θεσσαλονίκη
με κούρσα
αλλά και
όλη η
οικογένειά
της .
Καλεσμένοι
δε
ήμασταν
κι εμείς
Ι987.Αυτό
το σπίτι
ήταν του
Γεώργου
Σαρρή,
κτίσθηκε
το 1937-38 και
κατεδαφίστηκε
το 1994
1987. Αριστ .Το
σπίτι του
Γ. Σαρρή
και δίπλα
υπό
ανέγερση
καταστήματος
και δεξιά
πίσω από
τα δέντρα
το
κατάστημα
και
κατοικία
του Αρ.
Σγουρίδη
που
κάποτε
ήταν το
καφενείο
του
Πρόδρομου
Κολοκοτρώνη
Φωτ. Τ
Κολοκοτρώνης
1994
Αριστερά
ήταν το
σπίτι του
Γ. Σαρρή
που
κατεδαφίστηκε
και το
μαγαζί
που
κτιζόταν
τελείωσε .Στο
βάθος το
κατάστημα
και
κατοικία
του Αρ.
Σγουρίδη.Το
καφενείο
μου
αγοράστηκε
το 1967,κατεδαφίστηκε
και
χτίστηκε
αμέσως το1967-1968
Φώτο.
Τάσου
Κολοκοτρώνη
Το
σκίτσο
αυτό
είναι
δικό μου
όπως το
συγκράτησα
στο μυαλό
μου το 1954
όταν
έφυγα από
το χωριό
για την
Αυστραλία
Αριστ .Σπίτι
του Γ
Σαρρή με
το
μπακάλικο
του
Γιάννη
Σαρρή
μετά
Βαγγέλη
Λαζάρου,
Το
μπακάλικο
της
Αναστασίας
Ιωαννίδη
και δεξιά
το
καφενείο
του
Πρόδρομου
Κολοκοτρώνη.
Ζωέμποροι
(τζαμπάζηδες)
και
μεσίτες
Το
ζωεμπόριο
ήταν ένα
επάγγελμα
του «ποδαριού» . Οι
συμφωνίες
και
αγοροπωλησίες
γινόντουσαν
συνήθως
στα
καφενεία
με
κέρασμα
καφέ ή
ούζου.
Καμιά
φορά
υπήρχε
μεσίτης
ακόμα και
αβανταδόρος
.Τα παλιά
χρόνια η
συμφωνίες
κλείνανε
με μία
χειραψία
και με το «λόγο
της τιμής».
Αργότερα
όμως
έκαναν
επίσημα
χαρτιά
μεταβίβασης
ιδιοκτησίας
για να
είναι πιο
κατοχυρωμένοι
οι
αγοραστές
.
Τα
χαρτιά τα
έκανε ο
γραμματέας
με κάποια
αμοιβή .Ο
κυρ
Μήτσος μ’
έμαθε να
κάνω και
γώ
τέτοιες
μεταβιβάσεις
όταν το
γραφείο
ήταν στο
καφενείο
μας μου
έδιναν
μπαξίσι
και μετά
τη
συμφωνία
πίνανε
ούζο και
καφέδες.
Ένας
από τους
πιο
πετυχημένους
ζωέμπορους
και
ζωοτρόφος
στο χωριό
μας ήταν η
Γεώργος
Κουρτίδης
.Όχι μόνο
αγόραζε
και
πουλούσε
αλλά
έτρεφε
και
μοσχάρια
για να τα
μεταπωλήσει
και να τα
σφάξει
για το
κρεοπωλείο
του που
διατηρούσε
με τους
αδελφούς
Αντρέα
και
Γιάννη
Μερτζεμέκη
ένα
διάστημα
στην
αγορά του
σταθμού .Πίσω
από το
σπίτι
είχε
μεγάλο
στάβλο
που
διατηρούσε
μέχρι και
80 ζώα
Η
κατοικία
του
Γεώργου &
Λευκής
Κουρτίδη
και
τέκνων
Βαγγελίας
& Μιχάλη
Ι994.Εδώ
επισκέφτηκα
την κυρία
Λευκή
μετά από 40
χρόνια.
Όταν της
είπα
ποίος
ήμουν
έκλεγε
από
συγκίνηση
και
αναμνήσεις,
ήταν
φίλες με
την
μητέρα
μου. Είχε
βαριά
γεράματα
αλλά γερή
μνήμη.
Συχνά μας
μάζευε
και έκανε
πάρτι με
γλυκά και
μεζεδάκια
και με το
γραμμόφωνο
βαλιτσάκι
που είχαν
τότε
παίζαμε
παλιούς
δίσκους
της με
ωραία
τραγούδια
και
μαθαίναμε
χορό.
Τάσος
Κολοκοτρώνης
Ένας
άλλος
καλός και
επιτήδειος
τζαμπάζης
ήταν ο
χωριανός
μας
Πρόδρομος
Ντουρμούσογλου
τον
λέγανε
και (ντελή
Πρόντος ή
γιαλαντζή
Πρόντος). Ήξερα ότι
ήταν λίγο
νευρικός
αλλά δεν
ξέρω αν
ήταν
γιαλαντσής
(ψεύτης).
Αλλά στα
επαγγέλματα
αυτά αν δε
πούνε και
λίγα
ψέματα
δεν
μπορούν
να τη
κάνουν τη
δουλειά.
Πάντως
σύμφωνα
με τους
άλλους
που τον
ακούγανε
έλεγε
τερατώδη
ψέματα
αλλά ήταν
πολύ
εύγλωττος
και
καταφερτζής
. Οι
άλλοι που
έκαναν
την ίδια
δουλειά
ήταν:
Παπαδόπουλος
Γεώργος
Ευθύμογλου
Γεώργος (Ούφης)
Ορτέκ
Ανδρέας (Αντίτσης)
Όλοι
τους,
εκτός από
την
γεωργία
και
κηπουρική
έκαναν κι
αυτή τη
δουλειά
για να
έχουν
συμπληρωματικό
εισόδημα
και εκτός
από τον
Γεώργο
Κουρτίδη
που
μιλούσε
και καλά
Ελληνικά
οι άλλοι
μιλούσαν
μόνο την
Τουρκική
και όχι
πολύ
πετυχημένοι
στο
επάγγελμα
αυτό .
Οι Ψαράδες
Ψαράδικο
στο χωριό
μας δεν
είχαμε αλλά
ερχόντουσαν
πλανόδιοι
ψαράδες
από τη
Θεσσαλονίκη
συνήθως
με
δίτροχη
σούστα
και
γρήγορο
άλογο για
να μη
χαλάσουν
τα ψάρια .
Τα
θαλασσινά
ήταν
συνήθως
σαρδέλες,
σαυρίδια
και μύδια
.
Οι
ψαράδες
ήταν
εχθροί
της
μητέρας
μου. Όταν
άκουε να
φωνάζουν
«Φρέσκια
σαρδέλααααα»
τους
έβριζε
στα
Τουρκικά
και έλεγε
«Γκιοζούν
κιόρ
ολσούν» (να
στραβωθείτε).
Ήξερε ότι
ο πατέρας
μου θ’
αγόραζε 2-3
οκάδες
για
τηγάνισμα
για μεζέ
και ήταν
δικιά της
δουλειά.
Βάζαμε
δύο
φουφούδες
να την
βοηθήσω
για να
προλάβουμε
αλλά την
μία οκά
την
τρώγαμε
μαζί
τηγανίζοντας,
με τα
κεφάλια.
Ένας
άλλος
τακτικός
ψαράς που
αγαπήθηκε
από τους
κατοίκους
του
χωριού
μας και
του
Διαβατά
ήταν ο κυρ
Σταύρος
από τα
Λαγινά
και
έφερνε
ψάρια της
λίμνης
του
Λαγκαδά ή
του Αγίου
Βασιλείου
και ήταν
γριβάδια
΄και
φρεσκότατα.
Άσχετα
τι καιρό
έκανε ,χιόνια
βροχή,
βαρδάρη,
τα
ξημερώματα
με το
μουλάρι
του
βρισκόταν
στα
πρώτα
σπίτια
του
Διαβατά
και
φώναζε
τόσο
δυνατά
που η φωνή
του
ακουγόταν
μέχρι την
τούμπα
στου
Καράνταλη
.Είχε πολύ
διαπεραστική
φωνή
και τα
έλεγε
γρήγορα «Ψαριακαμιαοκαψαριαφρέσικααααααά»
. Μετά
συμπλήρωνε
και στα
Τουρκικά
και έλεγε
. ‘Μπεγιούκ
ντα βάρ
γκιουτσούκ
τα βάρ»
Δηλαδή.
Και
μεγάλα
έχω και
μικρά έχω
.Ποτέ δεν
έφευγε με
άδεια
κοφίνια
ως που να
τα
πουλήσει
όλα ΄Ήταν
άνθρωπος
υγιέστατος
γιατί
περπατούσε
πάρα
πολλά
χιλιόμετρα,
ευγενικός
δε και
καλός και
έκανε
ευκολίες
σ’αυτούς
που δεν
μπορούσαν
να
πληρώσουν
τις
μετρητοίς
Θυμάμαι
μέχρι τη
χρονιά
που έφυγα
1954 ερχόταν
να
πουλήσει
τα ψάρια
του.
Οι
γιαουρτζίδες
Παρ
όλο που
όλοι
σχεδόν οι
κάτοικοι
έκαναν
δικό τους
γιαούρτι
υπήρχε
και ένας
που έκανε
γιαούρτι
επαγγελματικά
και
προμήθευε
τα
καφενεία
και τα
μπακάλικα
με
νόστιμο
γιαούρτι
σε
κεσεδάκια
.Αυτός
ήταν ο
Λάζος
……από το
Διαβατά .
Ο πατέρας
μου
έπαιρνε
αρκετή
ποσότητα
και για
τζατζίκι.
Οι
καλαϊτζήδες
ή (γανωτήδες)
Επειδή
τα
περισσότερα
οικιακά
σκεύη
τότε ήταν
από
μπακίρι
και
πάθαιναν
κάποια
οξείδωση
και φθορά
του
γανώματος
για να μη
παθαίνουν
οι
άνθρωποι
δηλητηριάσεις
από το
μπακίρι
γάνωνα τα
σκεύη
αυτά
επίσης
κουτάλια
και
πιρούνια
με
κασσίτερο
και
καλάι .΄Έκαναν
επικασσιτέρωση
Τους
τεχνίτες
ατούς
τους
λέγαμε
καλαϊτζήδες.
Συχνά
ερχόντουσαν
πλανόδιοι
καλαϊτζήδες
που
παραδοσιακά
την
έκαναν οι
Ηπειρώτες
και
γάνωναν
τα σκεύη .
Ένας
απ’
αυτούς
του
Ηπειρώτες
που
ερχόταν
στο χωριό
και
γύριζε
από σπίτι
σε σπίτι
τελικά
μπήκε
σένα
σπίτι για
καλά και
έγινε
μόνιμος
κάτοικος
του
χωριού
μας
Ήταν
ο
Ηπειρώτης
Γεώργιος
Παπάς που
ερωτεύτηκε
την ωραία
Ελλησώ
Χατζοπούλου
(του
Γιάννη
του
Τσούσκα
την
αδελφή)
παντρεύτηκαν
απέκτησαν
παιδιά
και έκανε
προκοπή.
Στις
αρχές
γύριζε
στα
σπίτια
αλλά
αργότερα
με τον
αδελφό
του μαζί
ανοίξανε
στο σπίτι
εργαστήριο
και
δούλευαν
πολύ και
πρόκοψαν .
Οι
Σαγματοποιοί
Τα
άλογα
δίχως
σάγματα (φορεσιά)
δεν
μπορούν
να κάνουν
τη
δουλειά
που
θέλουν οι
άνθρωποι .Όσο
υπήρχαν
άλογα και
κάρα
υπήρχαν
και
σαγματοποιοί
.Από τότε
που τα
αυτοκίνητα
εκτόπισαν
τα άλογα
και τα
κάρα
εξαφανίστηκε
και το
επάγγελμα
αυτό του
σαγματοποιού
. Σήμερα
σπανίζουν
στη χώρα
μας . Αν
υπάρχουν
είναι οι
ειδικοί
που
κάνουν
μόνο
σέλες για
τα άλογα
των
ιπποδρομιών
.
Η
δουλειά
απαιτούσε
υπομονή
τέχνη και
ιδιαίτερα
όταν ήταν
για άλογα
που
έσερναν
τα
παϊτόνια (Άμαξες)
που
έπρεπε να
είναι
στολισμένα
με
κουδούνια
κορδέλες
κλπ που
ήταν τα
ταξί της
εποχής
εκείνης,
και για
νεκροφόρες
. Σε
πολλές
περιπτώσεις
έπαιρναν
και τα
μέτρα για
να
εφαρμόζουν
στη
σωματική
διάπλαση
του
αλόγου .
Οι
παλιοί θα
θυμούνται
τον Κώστα
Αλεξίου
και τον
Γιάννη
τον
Καστούρα
που ήταν
οι μόνοι
είχαν ΙΧ
άλογα (άτια)
που τους
καμάρωνε
όλο το
χωριό για
τη
περιποίηση
και το
στόλισμα
που
έκαναν
για τα
άλογά
τους .
Το
χωριό μα
δεν είχε
σαγματοποιείο
αλλά
έβγαλε
καλούς
σαγματοποιούς
που
έμαθαν
την τέχνη
στη
Θεσσαλονίκη
και
αυτοί
ήταν:
Τάκης
(Παναγιώτης)
Χουρσόγλου
Αντωνιάδης
Κυριάκος
Τα
παιδιά
αυτά μετά
τη λήξη
του Β΄
Παγκοσμίου
Πολέμου
επιδόθηκαν
και
έμαθαν
την τέχνη
αυτή και
το
εξάσκησαν
σαν
επάγγελμα
για πολλά
χρόνια
και
έκαναν
άνετη ζωή
αλλά η
τεχνολογική
εξελίξει
με την
διάδοση
των
αυτοκινήτων
εκτοπίστηκαν
τα άλογα
με τα κάρα
και το
επάγγελμα
αυτό .
Η
λαϊκή
παροιμία
λεει ότι (το
καλό το
παλικάρι
ξέρει κι
άλλο
μονοπάτι.).
Τα παιδιά
αυτά
ασχολήθηκαν
με άλλες
δουλειές
που ήταν
εξ ίσου
καλές και
προσοδοφόρες
.
|