Τάσος Κολοκοτρώνης Μελβούρνη Αυστραλία.

 


 

Το πρώτο κοινοτικό κτήριο της Νέας Μαγνησίας 1925-35 στο σπίτι του Γιομπάζογλου Νικόλα . Γων Ρ.Φαιραίου & 28η Οκτωβρίου Ν. Ιωνία.

 

 

Μακέτα του κτιρίου Αθανασίου Χατζημάρκου.

Το δεύτερο κοινοτικό κτήριο της  Νέας Μαγνησίας. Στεγάστηκε στο γωνιακό δωμάτιο από 1935 μέχρι την ημέρα της κατοχής τον Απρίλιο του 1941 .Οι Γερμανοί κατάστρεψαν τον τηλεφωνικό πίνακα και διατάξανε να μη λειτουργήσει μέχρι νεωτέρας διαταγής .Όταν επαναλειτούργησε το γραφείο, μετά από λίγες μέρες με την κατοχική Κυβέρνηση μεταφέρθηκε στο μπροστινό μέρος του καφενείου του Πρόδρομου Κολοκοτρώνη διότι τον χώρο τον μεταχειριζόταν ο Θανάσης Χατζημάρκος .Είχε το γραφείο(τραπέζι, μια καρέκλα, μία ντουλάπα και ένα ράδιο με εξάβολτη μπαταρία αυτοκινήτου .Το ραδιόφωνο κατασχέθηκε μετά από λίγες μέρες όπως και όλα και ήταν απαγορευμένα για να μη ακούνε νέα από το Λονδίνο  .

Αριστερά ήταν το ζαχαροπλαστείο του Βασίλη Παλάσκα αλλά με τη κατοχή κι αυτό έκλεισε. Πίσω από το γραφείο και ζαχαροπλαστείο  ήταν το καφενείο το οποίο λειτουργούσε αραιά και πού αλλά το χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη πατάτας .Στο διάστημα του Ελληνο-ιταλικού πολέμου στεγάστηκε η πολιτική αεράμυνα .Μετά την απελευθέρωση ο Νίκος το άνοιξε το μαγαζί λίγο διάστημα για την νεολαία αλλά δεν άντεξε πολύ διότι τα γλυκά και τα λουκούμια τα τρώγαμε οι ίδιοι μας ,πίναμε τις γκαζόζες και τους καφέδες χάριν φιλίας τζάμπα .Επίσης τις ημέρες που ακόμα επικρατούσε αναρχία το καφενείο το είχαμε μετατρέψει σε οπλοστάσιο με καμένα όπλα των γερμανών αλλά κάναμε και ξύλινα και στήναμε μάχες με τα παιδιά του Διαβατά μετά από τη γέφυρα και το σπίτι του Βεργόπουλου που ήταν τότε λιβάδι.  

  

Μακέτα του καφενείου και οικίας του Προδρόμου και της Αγγελικής Κολοκοτρώνη. 
Έργο Τάσου Κολοκοτρώνη

 

  Δεξιά στο μπροστινό μέρος του καφενείου που χωρίστηκε να χωράει το γραφείο στεγάστηκε το Γραφείο της Κοινότητας Νέας μαγνησίας από το 1941 μέχρι το 1946,όλη την κατοχή και για λίγο καιρό μετά την κατοχή .

  Ο χώρος παραχωρήθηκε άνευ ενοικίου και το όφελος που είχε ο πατέρας μου ήταν που πουλούσε κανένα καφέ η ούζο σε πελάτες του γραφείου ,και η συμφωνία να δουλεύω εγώ σαν μαθητευόμενος άνευ αμοιβής κοντά στο αείμνηστο γραμματέα Δημήτριο Παπασωτηρίου.

  Επίσης στο αριστερό μέρος του σπιτιού όλο το διάστημα της κατοχής 1941-45 έμεινε  

Ο γιατρός πρώτος εξάδελφος του πατέρα μου Γεώργιος Αγκυρόπουλος με την γυναίκα του την Νίκη που είχαν έρθει σαν πρόσφυγες από την βουλγαροκρατούμενη τότε Τζουμαγιά των Σερρών  .Το Ιατρείο του το είχε στο χαγιάτι  

 

     

 

    Σκίτσο όπως θυμάμαι να ήταν το κτίριο της Κοινότητας Νέας Μαγνησίας.΄

 

  Το 1939 επί προεδρίας του Δημητρίου Σκέντζου και της Κυβέρνησης Ι. Μεταξά αποφασίστηκε να κτισθεί καινούριο Κοινοτικό κτίριο στο χώρο που είχε παραχωρηθεί από το Υπουργείου Γεωργίας. Πριν μπουν όμως τα πατώματα και τα κουφώματα κλπ κηρύχτηκε ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος και το έργο έμεινε ατελείωτο.

  Έτσι το κτίριο ήταν ο παράδεισος για τα παιδιά ( και για μένα)  να παίζουν μέσα κρυφτό κυνηγητό και άλλα παιχνίδια προστατευμένα και από τις καιρικές συνθήκες. Ήταν κάτι καλύτερο και από τις σημερινές παιδικές χαρές διότι είχε και μεγάλο προαύλιο μπροστά και πίσω .

  Όταν αποχώρησαν τα κατοχικά στρατεύματα οι πρώτοι απελευθερωτές ήταν ο στρατός του ΕΛΑΣ με το ΕΑΜ στη διοίκηση. Υπήρχε κάποια αβεβαιότητα και δεν υπήρχε σταθερότητα αρχής . Ο κόσμος παντού  έπεσε με τα μούτρα στη λεηλασία της κρατικής περιουσίας .Σ’αυτό δεν μείναμε και εμείς στο χωριό καθυστερημένοι .

  Πρόεδρος ήταν τότε ο Μανωλάκης Μαραγκός. Το τότε συμβούλιο και τα κομματικά στελέχη έδωσαν εντολή να πάνε και να κατεδαφίσουν μερικές γερμανικές στρατιωτικές παράγκες στους Λαχανόκηπους και να μεταφέρουν τη ξυλεία δίπλα από την Κοινότητα για να τελειώσει η κατασκευή και το γραφείο να μεταφερθεί στο κανονικό κτίριο πια . Για μαραγκούς βρήκανε τρεις Ιταλούς αιχμαλώτους που ήταν της δουλειάς αυτής οι οποίοι δουλεύανε και έκαναν καλή δουλειά και το κτήριο σιγά σιγά το πάτωσαν έκαναν τις πόρτες  και τα παράθυρα δίχως καμία αμοιβή. Τους τάιζαν  όμως καλά

  Συγχρόνως δε εντοπίσανε ότι πάνω σε ένα βαγόνι στο σταθμό των Λαχανοκήπων ήταν μία μεγάλη γεννήτρια ηλεκτρισμού σε τροχούς σχεδόν αμεταχείριστη.

  Την κατεβάσανε με χίλια ζόρια και μετά αφού ζέψανε καμιά εικοσαριά ζευγάρια άλογα και επιστρατεύσανε περί τα εκατό άτομα την φέρανε και την εγκαταστήσανε δίπλα στην αυλή του Κουρτσόγλου Πέτρου μόνιμα πάνω και σε τσιμεντένιες βάσεις αφού πρώτα αφαιρέσανε του μεγάλους σιδερένιους τροχούς . Στη συνέχεια αρχίσανε  και χτίζανε  γύρω γύρω κτίριο για να το προστατεύσουν .

   Όταν όμως το ΣΕΚ έμαθε ότι η γεννήτρια κλάπηκε ήρθε η διεύθυνση να το διεκδικήσει ότι ήταν περιουσία του ΣΕΚ και του κράτους και ήταν απαραίτητο για το μηχανοστάσιο τους να παράγει ηλεκτρισμό που δεν είχαν διότι όλα τα κατάστρεψαν οι Γερμανοί.

   Το ξύλο που φάγανε οι αρμόδιοι του ΣΕΚ από μερικούς παλικαράδες  ήταν κάτι άλλο .Έφυγαν με σπασμένα κεφάλια και πόδια . Μετά από λίγες ώρες ήρθε ένας λόχος του ΕΛΑΣ και συνέλαβε όλα τα «στελέχη» του χωριού για κλοπή κρατικού υλικού και για βιοπραγίες κλπ .Την άλλη μέρα ήρθε ένα ερπιστριοφόρο τρακτέρ, οι μηχανικοί έβαλαν τους τροχούς και με την προστασία του ΕΛΑΣ πήραν την γεννήτρια στο μηχανοστάσιό του στην Θεσσαλονίκη .

 

  (Τους τροχούς του είχαν πετάξει μπροστά στο σπίτι του Γ. Κουρτίδη .Ο Μιχάλης κι εγώ σκεφτήκαμε να βάλουμε δυναμίτες, γιατί είχαμε πολλές τέτοιες, εκεί που μπαίνουν οι άξονες και να τους ανατινάξουμε για να μη μας πάρουν την γεννήτρια  αλλά σκεφτήκαμε ότι ήταν πολύ κοντά στο σπίτι τους και θα κάναμε πολύ ζημιά και τη τελευταία στιγμή φοβηθήκαμε και δεν το κάναμε) .

 

   Το Κοινοτικό κτίριο πήρε κανένα χρόνο να τελειώσει καλά .Έτσι κατά τα τέλη του 1945 μεταφέρθηκε από το καφενείο του Πρόδρομου Κολοκοτρώνη στο καινούριο κτίριό της με γραμματέα τον Δημήτριο Παπασωτηρίου με βοηθό τον Νίκο Καρατζινη και κλητήρα τον Αβραάμ Τρελόπουλο .Εγώ, ο Νίκος Χατζημάρκος και ο Φώτης Διαμαντόπουλος γραφτήκαμε στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή της Θεσσαλονίκης και σε ηλικία  16 χρονών μαντραχαλάδες πλέον αρχίσαμε  και ξαναπήγαμε σε σχολείο από την πρώτη τάξη

   Στο ίδιο δε κτήριο μέσα στεγάστηκε και η Αστυνομία που μέχρι τότε δεν είχε δικό της κτίριο και νοίκιαζαν το προσφυγικό σπίτι του Κώστα Σακαλή (τώρα στην οδό Καραϊσκάκη. Χάρτη Τεμ.13 αριθμό. 5 ).


                     

             

 

  Οι Γραμματείς

 

  Οι γραμματείς που εργάστηκαν στην Κοινότητα κατά σειρά  περίπου ήταν :

                  1928- 1936  Αλεξιάδης Ιωάννης  βοηθός Δημ. Παπασωτηρίου

                  1936- 1941  Παπασωτηρίου Δημήτριος

                  1941- 1942  Κώστας…?….. από τις Φερές βοηθός Τάσος. Κολοκοτρώνης

                  1942- 1943  Κιορπές Κυριάκος ,βοηθός Νικ. Καρατζίνης &Τ. Κολοκοτρώνης

                  1943             Καρατζίνης  Νικόλαος.  Βοηθός Τ. Κολοκοτρώνης

                  1943-1944   Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης  βοηθός Ν. Καρατζίνης & Τ. Κολοκ.

                  1944- 1950  Δημ. Παπασωτηρίου. βοηθ. Γουναροπούλου Ματίλδη (Ματούλα)

                  1950 -1994   Ραχμανίδης Κώστας 

Όλα δε αυτά τα χρόνια κλητήρας ήταν ο Αβραάμ Τρελόπουλος           

 

  Στη σελίδα 21 & 22 βλέπετε ένα φωτοαντίγραφο από την εφημερίδα «ΙΩΝΙΑ» που δημοσίευσε στη μηνιαία έκδοση της τον Σεπτέμβριο του 1992 αριθ.φ.5 ένα σύντομο ιστορικό για την Κοινότητά μας .

  Δυστυχώς επειδή μερικά κτίρια δεν φωτογραφήθηκαν ποτέ αναγκάστηκα να τα ζωγραφίσω όσο το δυνατόν να είναι πιο αντιπροσωπευτικά  και άλλα τα κατασκεύασα μετά από πολλά χρόνια με πολύ ζήλο και μεράκι όπως ακριβώς είχανε μείνει στη μνήμη μου όταν  ήμουν μικρός και αργότερα νέος που μεγάλωνα βλέποντας τα .

  Όταν κατεδάφιζαν το παλιό κοινοτικό κτίριο για να κτίσουν το καινούριο και διώροφο Δημαρχείο μπορούσαν κάλλιστα εκεί που ξόδευαν εκατομμύρια να ξοδεύανε  και μερικές δραχμές να βγάλουν μερικές φωτογραφίες του κτιρίου  έτσι για ενθύμιο.

 

   

Δεκέμβριος 1949. Μία παρέα προσφύγων από το Χαμηντιέ μπροστά στη αυλή του καφενείου του Προδρόμου Κολοκοτρώνη απολαμβάνουν τη λιακάδα του χειμώνα και κουβεντιάζουν για διάφορα πράγματα να περάσουν την ώρα τους . Το μέρος αυτό του καφενείου ήταν επί κατοχής το Κοινοτικό Γραφείο.

Από αριστερά. 1) Ο Αντώνιος Χουρσόγλου ( ήταν και νονός μου) 2) Γιάννης Καραπαύλος. 3) Η μητέρα μου Αγγελική  4) Ο συνάδελφος μου στρ. Χιρβάτης Χρ. 5) η αδελφή μου Βασούλα. 6) ο Παναγιώτης Δαουλτζόγλου.  3) Σαρρής Στράτης.  και ο πατέρας μου ο καφετζής Πρόδρομος Κολοκοτρώνης.

   

                            

 

Δεκέμβριος 1949. Είμαι εγώ(στρατιώτης) με την αδελφή μου την Βασούλα μπροστά στο καφενείο του πατέρα μας ,στο βάθος αριστερά διακρίνεται λίγο η παρέα.

  Το καφενείο αυτό εκτός που ήταν ένα από τα πρώτα που κτίσθηκε έχει και κάποια ιστορία την οποία θα παραθέσω παρακάτω .

                                                           

                                      Αναμνήσεις του 40

 

  Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη που δεν έδειχνε ότι θα άλλαζε. Έφαγα το πρωινό μου που ήταν δύο τσάϊα, 20 ελιές με ψωμί σπιτίσιο.  ‘Έβαλα τα αρβυλάκια μου που τα είχε φτιάξει ο αρμένος τσαγκάρης μας ο Οανίκ εφές  χαρούμενος πήρα την τσάντα μου με το μελανοδοχείο κρεμασμένο στην άκρη της τσάντας. το αναγνωστικό ένα τετράδιο και την καινούρια διπλή κασετίνα με όλα τα απαραίτητα μέσα και τράβηξα για το σχολείο. Είχα δεν είχα σαράντα μέρες στη πέμπτη τάξη του δημοτικού σχολείου και ο δάσκαλός μας κ. Βίκτωρ Σιβετίδης έκανε μάθημα γεωγραφίας και μας έλεγε ότι η εθνική οικονομία εξαρτάται από την γεωργική παραγωγή, την φύση και από τα υδραυλικά έργα και άλλα .Εγώ πάντως δεν κατάλαβα τίποτα γιατί δεν είχα ξανακούσει υδραυλικά κ.λ.π τέτοιε λέξεις, ούτε και τ’άλλα τα παιδιά λόγω της προσφυγικής μας καταγωγής .όλοι περιμέναμε πότε να κτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα να βγούμε έξω και να παίξουμε.

  Πριν όμως κτυπήσει το κουδούνι κτυπούσαν οι σειρήνες στη Θεσσαλονίκη και αυτές δεν τις είχαμε ξανακούσει και στη συνέχεια ακούγαμε θόρυβο από πολλά αεροπλάνα και μετά λίγα λεπτά πυρά από αντιαεροπορικά πυροβόλα.Τρέξαμε όλοι στα μεγάλα παράθυρα της τάξης και βλέπαμε έξω τον γαλάζιο ουρανό να στολίζεται από μαύρες και άσπρες τούφες με καπνό. Όλοι βλέπαμε προς την Θεσσαλονίκη που απέχει μόλις επτά χιλιόμετρα. Σε δευτερόλεπτα οι βόμβες άρχισαν να πέφτουν βροχή στην περιοχή του σταθμού. Ο δάσκαλος αμέσως μας σχόλασε και μας είπε να πάμε γρήγορα στα σπίτια μας .Φεύγοντας οι δρόμοι γέμισαν από πανικόβλητους γονείς που άφησαν τους λαχανόκηπους τους και άλλες δουλειές για να μαζέψουν τα παιδιά τους. ΄Όταν έφτασα στο σπίτι, στο καφενείο μας από την άλλη πλευρά, είδα μερικούς αξιωματικούς του ιππικού με τ’ άλογά τους που τα είχαν δέσει στις ακακίες να κουβεντιάζουν με τον αστυνόμο Δημ. Σκέντζο, τον πρόεδρο Αθ. Χατζημάρκο, τον γραμματέα Δημ. Παπασωτηρίου και τον πατέρα μου.΄Οταν έφυγαν οι αξιωματικοί είπαν σε όλους ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδος και έχουμε γενική επιστράτευση και καλούνται όλοι από 20 έως 40 χρόνων να παρουσιαστούν για κατάταξη. Την ίδια στιγμή είπαν ότι επιστρατεύου το καφενείο μας για κέντρο επιστράτευσης.,το δημοτικό σχολείο για στρατώνα και  το καφενείο του Αθ. Χατζημάρκου για την πολιτική αεράμυνα .

  Την ίδια μέρα χιλιάδες νέοι από το χωριό και τις γύρω περιοχές κατέκλυσαν τον χώρο του καφενείου μας για να ντυθούν στο χακί και να πάρουν τον δρόμο για την πρώτη γραμμή του μετώπου Πολλοί γονείς και γυναίκες συνόδευαν τους νεοσύλλεκτους για να πάρουν πίσω τα ρούχα τους και άλλα προσωπικά πράγματα αλλά όσοι δεν είχαν κανέναν  άφηναν τα ρούχα τους στην αυλή του σπιτιού μας ,η μητέρα μου με άλλες γυναίκες έβαζαν τα ρούχα μέσα σε τσουβάλια από πατάτες με το όνομα και διεύθυνση για να τα στείλουν στους δικούς τους αλλά στο τέλος είχαν μαζευτεί περί τα χίλια δέματα και  κανένας δεν ήρθε να τα ζητήσει . Μετά τις γιορτές τα παραδώσανε στις στρατιωτικές αρχές. Στο απέναντι κτίριο του Γ Σαρρή ήταν ένα συνεργείο το οποίο στρατολογούσε τα άλογα και άλλα ζώα . Με μία πυρακτωμένοι σιδερένια στάμπα βάζανε γράμματα και αριθμούς στο πισινό μπούτι του ζώου και στα νύχια για να ξέρουν σε ποιόν ανήκε το άλογο το μουλάρι η και το γαϊδουράκι. Το κάψιμο της τρίχας και του δέρματος μύριζε απαίσια.΄Αλλο συνεργείο πάλι πήγαινε στα σπίτια και διάλεγε τα κάρα που ήταν γερά και σε καλή κατάσταση για να τα επιστρατεύσουν.

  Η επιστράτευση αυτή διήρκεσε περίπου μία εβδομάδα Σστο διαστημα αυτό ο πατέρας μου δεν μπορούσε να δουλέψει το καφενείο του , έστησε προσωρινα έξω στην αυλή τον μπάγγο του επιστράτευσε κι εμένα να σέρβίρουμε καφέδες, τσάια και ψωμί στους στρατιώτες και νεοσύλλεκτους με έξοδα της Κοινότητας .Τα βράδια δε, πήγαινε στην πολιτοφυλακή και στην αεράμυνα . Μας έλεγε ότι αυτή ήταν η τρίτη φορά που έπαιρνε όπλο στα χέρια του ως εθελοντής για την πατρίδα, μία στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την άλλη στην Μικρασιατική εκστρατεία και τώρα ως πολιτοφύλακας. Στη συνέχεια το καφενείο μετατράπηκε σε αποθήκη πυρομαχικών  εκατοντάδες κιβώτια με σφαίρες και κάλυκες για μυδραλιοβόλα που ήταν μέσα σε γράσα έπρεπε να καθαριστούν και να μπουν σε δεσμίδες , για τον λόγο αυτό επιστρατεύτηκαν όλα τα παιδιά του σχολείου  Έφερναν δικά τους πανιά και για μία εβδομάδα δουλεύανε εντατικά με το να καθαρίζουν και να τα τοποθετούν στις δεσμίδες μέσα στα κιβώτια και μετά για το μέτωπο. Στην συνέχεια το καφενείο μετατράπηκε σε αποθήκη μαλλιού .από τα εργοστάσια του Λαναρά ήρθαν και ξεφόρτωσαν χιλιάδες κουβάρια μαλλί . Αυτά μοιράστηκαν σε όλες τις γυναίκες του χωριού για να πλέξουν κάλτσες, γάντια, κουκούλες και φανέλες για τους στρατιώτες μας. Η τελειωμένη δουλειά ερχόταν πίσω, τα πακετάρανε και τα έστελναν στο μέτωπο. Αυτή η δουλειά διήρκησε μέχρι τα Χριστούγεννα και μετά Στο διάστημα αυτό το μοναδικό ραδιόφωνο με εξωτερικό μεγάφωνο που είχαμε στο χωριό και λειτουργούσε με δωδεκάβολτη μπαταρία  αυτοκινήτου ήταν της Κοινότητας που ενθάρρυνε με τα πατριωτικά τραγούδια της Σοφίας Βέμπο όλο το λαό και τους στρατιώτες μας στο μέτωπο.

 

 

 Ο φόβος του πολέμου

 

  Η κατάσταση τις πρώτες μέρες ήταν χαώδης, Ο προσφυγικός κόσμος του χωριού ήταν τρομοκρατημένος  μήπως επαναληφθούν πάλι οι σφαγές όπως στην Σμύρνη .Το χωριό και ιδιαίτερα το καφενείο μας είχε πανοραμική θέα και βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα από την σιδηροδρομικές γραμμές και την Εθνική οδό  που συνδέουν την Θεσσαλονίκη με την Αθήνα, Ευρώπη και Τουρκία .Τα τραίνα δεν σταματούσαν να μεταφέρουν κόσμο και εφόδια η δε εθνική οδός ήταν μποτιλιαρισμένημε με λιγοστά μόνο αυτοκίνητα και φάλαγγες απο αλογόκαρα χωρικών και του στρατού που κερνάν κάτι μικρά κανόνια και άλλα  φορτωμένα με εφόδια και ατελείωτες ουρές από στρατιώτες να πηγαίνουν στον πόλεμο με τα πόδια. Με αυτά τα πρωτόγονα μέσα αλλά με ατσαλένια θέληση τα παιδιά αυτά και όλος ο Ελληνικός λαός έγραψαν λαμπρή ιστορία στο μέτωπο της Αλβανίας για να ζούμε σήμερα ελεύθεροι εμείς. Δυστυχώς λίγοι είναι απ’ αυτούς που ζουν σήμερα και είναι μαζί μας.

  Επειδή στην παιδική μου μνήμη όλα αυτά έμειναν γραμμένα τόσο καθαρά τώρα τα διηγούμαι αλλά είχα και την υπομονή την επιμονή την αγάπη και το μεράκι να αποθανατίσω τα δύο αυτά καφενεία τα αλογόκαρα ένα προσφυγικό σπίτι την εκκλησία και άλλα έργα λαογραφικά του τόπου μας σε μικρά μοντέλα σαν ιστορικά αντικείμενα διότι όλα έχουν εξαφανισθεί .Τα έργα μου αυτά και άλλα άλλων καλλιτεχνών ήταν εκτεθειμένα σε μόνιμη έκθεση στο Ε.Κ.Ε.ΜΕ από τις 25 Μαρτίου 2003 μέχρι σχεδόν το τέλος του 2008. Αλλά το ίδρυμα αυτό έκλεισε και τα έργα τα έφερα προσωρινά στο σπίτι μου  

 ΟΧΙ, η Ελλάδα φώναξε στον φασίστα Μουσολίνη

Αυτό που θέλεις άτιμε δεν πρόκειται να γίνει.

 Αν δεν ερχόταν απ’ αλλού ο φίλος σου ο άλλος

 Όλους σας θα σας έπαιρνε ο ΄Έλληνας ο διάολος.

  Τάσος Κολοκοτρώνης

 Μελβούρνη

      

Η Αστυνομική Αρχή

 

   Το χωριό τα πρώτα χρόνια δεν είχε αστυνομία αλλά ανήκε  στην αστυνομία του Κουκλουτζά με αστυνόμο τον Οικονομίδη .Το 1929 το χωριό είχε δικό του αστυνομικό τμήμα που νοίκιαζε ένα μέρος από το σπίτι του Κώστα Σακαλή .Οι ενωμοτάρχες που πέρασαν ήταν πολλοί αλλά από όλους δύο έμειναν στο χωριό και παντρευτήκανε συμπατριώτισσες μας .

  Πρώτος ήταν ο Δημήτριος Σκέντσος από την Πελοπόννησο .Παντρεύτηκε την Βαγγελία Χατζηλία και άλλος ήταν ο Σπανουδάκης Ιωάννης από την Κρήτη ο οποίος παντρεύτηκε την χήρα του Όμηρου Παυλίδη που είχε και ένα γιο τον Βαγγέλη .

  Όπως προανέφερα ο Δημ. Σκέντζος διετέλεσε και πρόεδρος του χωριό και επί προεδρίας του τέθηκαν τα θεμέλια του νέου Κοινοτικού κτιρίου .Όταν το κτίριο τελείωσε το 1946 το αστυνομικό τμήμα στεγάστηκε στη αριστερή πλευρά του κτιρίου και πιστεύω να είναι ακόμα εκεί ,

 

 

                                         Οι Αγροφύλακες

 

   Οι αγροφύλακες ήταν κοινοτικοί υπάλληλοι και υπεύθυνοι να προστατεύουν τους αγρούς από τυχόν ζημιές που μπορούσαν να προξενήσουν τα ζώα ακόμα και οι άνθρωποι σε άλλες περιουσίες .Έκαναν και άλλες κοινοτικές δουλειές, έδιναν εντάλματα κλπ. Οι άνθρωποι που υπηρέτησαν σαν αγροφύλακες ήταν:

 

1)                        Ταζές Γιαννακός

2)                        Κουμούτσογλου Κυριάκος

3)                        Τερζόγλου Νίκος

4)                        Τσουλιώτης Αναστάσιος

5)                        Φιλιζαρλής Λάζαρος

6)                        Γιαμουρταλής Νίκος

7)                        Γιαμουρταλής Αλέξανδρος.

 

 

 

                                       Οι Νυχτοφύλακες

 

      Οι νυχτοφύλακες ήταν κι αυτοί υπάλληλοι της Κοινότητας και τα καθήκοντά τους ήταν η φύλαξη των σπιτιών την νύχτα αλλά και των σπιτιών που ήταν μέσα στα κτήματα που διατηρούσαν αρκετά εργαλεία και άλλα πράγματα .Στη δουλειά αυτή μόνο δύο άτομα εργάστηκαν για πολλά χρόνια και ήταν :

                     Γκογκόνογλου Γρηγόρης

                     Τσουλιώτης Γιάννης ( Μουρμούρης)

 

   Ο Γιάννης ήταν και δεύτερος εξάδελφός μου .Σκοτώθηκε όταν έπεσε από ένα γερμανικό αυτοκίνητο όταν πήγαινε να δουλέψει για αγγαρεία . Το σπίτι που έμενε με την αδελφή του αγοράστηκε αργότερα  από τον Κώστα Ραχμανίδη που έχτισε και το σπίτι του .

 

 

                                             Τα σχολεία

 

  Το πρώτο σχολείο στο Αραπλή λειτούργησε σε μία αποθήκη που ανήκε στον  Γλώση κοντά στο τούρκικο κονάκι  στα Καραπασχαλέϊκα  για περίπου 5 χρόνια .Όταν όμως ήρθαν οι πρόσφυγες και ήταν μακριά για τα παιδιά μεταφέρθηκε πάλι σε μία αποθήκη αχερώνα του Γεώργου Τερζόγλου (σήμερα γων. 25 Μαρτίου & Βασ. Σοφίας . Οι μαθητές ήταν  περίπου 40 παιδιά και από το Διαβατά μαζί .

  Το σχολείο αυτό λειτούργησε για περίπου 3 χρόνια  μέχρι περίπου το 1929 . Εκείνη τη χρονιά ο συμπατριώτης μας πρόσφυγας από την Προύσα έτυχε να κερδίσει αρκετά χρήματα σε ένα λαχείο και έχτισε ένα στενό διώροφο κτίριο για την εκτροφή των κουκουλιών (σηροτροφία) αλλά μετά λίγο καιρό η δουλειά του δεν πήγε τόσο καλά και το κτίριο το νοίκιασε στο Υπουργείο Παιδείας και το έκαναν σχολείο, Σ’ αυτό το σχολείο  θυμάμαι πήγα κι’ εγώ στο νηπιαγωγείο.

  Το 1936 η Κυβέρνηση του Ι. Μεταξά αποπεράτωσε σχεδόν το καινούριο σχολείο και όλα τα παιδιά μεταφέρθηκαν εκεί . Είχε δύο μεγάλες αίθουσες και μία μικρή όσο και το γραφείο και ήταν τριτάξιο  .Είχε δε μεγάλη αυλή για γήπεδο και ευρυχωρία. Δυστυχώς οι διενέξεις μεταξύ των δύο προσφυγικών ομάδων Προυσαλήδων και Χαμιντιελήδων  ο χώρος του σχολείου πάρθηκε με το ετσιθελισμό και η εκκλησία κτίσθηκε σε οικόπεδο του σχολείου . Βέβαια η εκκλησία είναι καλά εκεί αλλά θα μπορούσαν σχολείο και εκκλησία να έχουν μεγαλύτερες αυλές και άλλους χώρους .

Στην επόμενη σελίδα θα παραθέσω μία φωτογραφία παλιά του σχολείο με τους μαθητές πρώτης και δευτέρας τάξης του δημοτικού σχολείου το 1937 .

 Από την εφημερίδα του Δήμου Εχεδώρου Η φωτογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΕΧΕΔΩΡΟΣ»τον Μάιο του 2001 την οποίαν έστειλα από την Αυστραλία                 
 
Τάσος Κολοκοτρώνης .

 

                                           Οι Δάσκαλοι

 

Οι πρώτοι δάσκαλοι που δίδαξαν στα διάφορα δημοτικά σχολεία μέχρι το 1940 ήταν

    

                  Δεβίγκος

                  Οικονόμου Ιωάννης

                  Κολοβός Δημήτριος

                  Αρίστη Ροδόπη

                  Χαμαθέου

                  Πουλχερία

                  Βίκτωρ Σιβετίδης

                  Δεσπ.Κατίνα .

 

 

       

                                                        Οι Εκκλησίες

 

  Όταν εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες στο Αραπλή υπήρχε μόνο μία εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και δεν είναι γνωστό πότε κτίσθηκε  .Ήταν χτισμένη αρκετά μακριά από τον  καινούριο οικισμό αλλά και από τον  παλιό  που ήταν κοντά στο κονάκι .Ήταν μικρή και δεν εξυπηρετούσε καλά τους κατοίκους .

   Το 1947 αποφασίστηκε να κτισθεί καινούρια εκκλησία στο χώρο που ήταν και η παλιά κοινότητα(Δημαρχείο) που είχε παραχωρηθεί από τον εποικισμό  αλλά οι κάτοικοι ήταν διχασμένοι τότε πολιτικά αλλά και για το χώρο επιλογής. Οι μεν πρόσφυγες από τα μέρη της Προύσας που στην πλειοψηφία τους  ανήκαν στο Λαϊκό κόμμα ήθελαν η εκκλησία να κτισθεί στην αυλή του σχολείο ,που κατά τη γνώμη μου δεν ήταν σωστή .Οι μεν πρόσφυγες από το Χαμιντιέ που  ήταν στη πλειοψηφία τους Βενιζελικοί ήθελαν η εκκλησία να κτισθεί  στην αυλή του κοινοτικού χώρου ,που πάλι κατά τη γνώμη μου δεν ήταν και ο κατάλληλος χώρος . Ο καταλληλότερος χώρος ήταν βέβαια ο κοινοτικός χώρος στη γωνία Δαβάκη & Βασ. Σοφίας . Αλλά τότε επικράτησε και η γνώμη του Μητροπολίτη και η άδεια δόθηκε να κτισθεί η εκκλησία του Αγ.Παντελεήμονος εκεί που είναι σήμερα ,στην αυλή του σχολείου .Έκτοτε βέβαια η πολεοδομία του τόπου άλλαξε κτίσθηκαν πολλά άλλα ευαγή ιδρύματα και ο τόπος ευημερεί αρμονικά . Οι ψαλτάδες ήταν:

                  Βασίλης Χατζηελευθερίου (Γκοτσά Βασίλ)

                  Πασχάλης Κοπανιτσάς

                  Κώστας Αλεξίου

                        

                                                              Οι Ιερείς

 

  Ο πρώτος ιερέας λέγεται ότι ήταν ο παπά Νικόλας Παρτζής  ο οποίος με βάφτισε  στις 22 Δεκεμβρίου 1929 και ο νονός μου ήταν ο Αντώνιος Χουρσόγλου σύζυγος της Νικολέτας που ήταν πρώτη ξαδέλφη του πατέρα μου ( οι μαμάδες τους ήταν αδελφές).

  Ο παπά Νικόλας την ημέρα των Φώτων πήγαινε με τους πιστούς στο κτήμα του Μώρτσικα και στη μεγάλη γούρνα έριχνε το σταυρό και εκεί γιορτάζανε την γιορτή των Θεοφανίων .

  Ο παπά Νικόλας πέθανε το 1935 αλλά ο αντικαταστάτης του δεν ακολούθησε το ίδιο έθιμο.

 

                                         Η εκκλησιαστική επιτροπή

 

  Τα άτομα της εκκλησιαστικής επιτροπής δεν άλλαζαν και ήταν σχεδόν τα ίδια

άτομα διότι λίγοι ήταν αυτοί που δεν δουλεύανε τις Κυριακές και πήγαιναν στην

εκκλησία και αυτά τα άτομα ήταν μερικές γυναίκες .Οι επίτροποι ήταν

(1    Αλεξίου (ο πρεσβύτερος)

(2   Αντώνης Χουρσόγλου

 (3Ασβεστόπουλος Βασίλειος

 (4  Άρσος Αντώνιος
 (3  Λαβιδάς.

                                                                                                                                                            

                                                                                                               

                               

 

    1952. Στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου με το νεκροταφείο στο βάθος .Είμαστε,  εγώ, ο Νίκος Χατζημάρκος και ο Κώστας Ραχμανίδης

                                                                              Φώτο. Τ. Κολοκοτρώνης

                                                                                           

 

                  

                                                    Φώτο. Τ Κολοκοτρώνης

 

 1952.Πάσχα .Πίσω διακρίνεται η εκκλησία και δεξιά το καμπαναριό με μία μεγάλη παρέα χωριανών και φίλων που τσουγκρίζουμε αυγά .Από αριστερά προς δεξιά  είναι:

           (1   Γεώργος Χουρσόγλου

           (2   Σταύρος Γιαμούκογλου

           (3   Γεώργος Δελσίζης του Δημητρίου

           (4   Ανδρέας Καρακυριάκος

           (5   Αντώνης Παπαπδόπουλος (στρατιώτης)

           (6   Τάσος Δαουλτζόγλου

           (7   Νίκος Χατζημάρκος

           (8   Κώστας Ραχμανίδης

           (9   Τάσος Κολοκοτρώνης

          καθιστοί

               10    Αναστάσης Τσορμπατζόγλου  (στρατιώτης)

               11    Γιάννης Χατζημάρκος  (στρατ. αεροπορίας)

         12    Γιάννης Ασβεστόπουλος

         13    Θεόφιλος Γιαμούκης   (στρατιώτης

 

  Όλοι ήμασταν στρατευμένοι αλλά μερικοί φορέσαμε τα πολιτικά μας ρούχα που τα είχαμε στερηθεί για αρκετό καιρό

                                                             Τα καφενεία  

   Θα ήταν μεγάλη παράληψη να μη αναφέρω και τα καφενεία διότι οι έλληνες όπου και αν πάνε το πρώτο πράγμα που κάνουνε είναι να ανοίξουν πρώτα καφενεία και μετά σχολεία και εκκλησίες . Το καφενείο για τον Έλληνα είναι μέρος συνάντησης και εκεί παίρνονται όλες οι αποφάσεις ,Είναι η μικρή Βουλή των Ελλήνων

   Όπως προανέφερα τα πρώτα καφενεία στο Αραπλή ήταν αυτά στον παλιό οικισμό στα Καραπασχαλέϊκα που σύχναζαν οι ντόπιοι και οι προερχόμενοι από το Μελισσοχώρι (Μπάλτζα) και ήταν από τα πρώτα στο Αραπλή:

     1 Μποτζάνης Λούσας  πριν από το 1922

           2 Καραπασχάλη   πριν από το 1922

     3 Ιωαννίδη Κώστα & Μαγδαλινής  1925  στα προυσαλήδικα

 

 

   Όταν μετά ένα χρόνο εγκαταστάθηκαν  και οι πρόσφυγες από το Χαμιντιέ  στο νότιο μέρος του Αραπλή ,το πρώτο καφενείο που κτίσθηκε ήταν του Πρόδρομου Κολοκοτρώνη και ακολούθησαν

      1  Πρόδρομος Κολοκοτρώνης 1926

            2 Χατζημάρκος Αθανάσιος

            3  Παπάζογλου Γεώργιος ( ελληνοαμερικανός) δια Αναστάσιο Ταξηντάρη

            4  Χατζημιχάλη Μιχάλη

            5 Τοκίτσης Στράτος (στα προυσαλήδικα) του Μπαρμακσίζογλου

            6 Βεργόπουλος Θεόδωρος

      7 Διαμαντόπουλος Γεώργιος Μαριώλης Μιχάλης

            8 Εμμανουηλίδης Κώστας (καραγκιοζάδικο)

            9 Γιαμούκη Σταύρου και Ανδρέα

            10 Τρουλιανίδη Νίκο (για μικρό διάστημα

            11 Παγώνη Νίκου (για μικρό διάστημα

            12 Τσακίρης Ηρακλής (για μικρό διάστημα επί κατοχής)

            13 Μιχάλη (κέντρο διασκέδασης)

      14 Γιαμουρταλή Γιάννη .

      14 Ελευθεριάδης Βασίλειος στα προυσαλίδικα για νέους

 

  Αρκετά καφενεία ανοίξανε και κλείσανε διότι οι περισσότεροι καφετζήδες ήταν και κηπουροί και ασχολούντο με τη δουλειά αυτή και δεν μπορούσαν να τα δουλέψουν παρά μόνο ορισμένες μέρες και ώρες του χρόνου ,

   Έτσι οι πελάτες προτιμούσαν τα σταθερά καφενεία και αυτά ήταν του Αναστάση Ταξηντάρη και περισσότερο του Πρόδρομου που ήταν ανοιχτό από τα ξημερώματα μέχρι και μετά τα μεσάνυχτα .Είχε θέα προς την Εθνική οδό την Θεσσαλονίκη και τα γύρο βουνά και προς βορρά .Στην αυλή είχε μεγάλη κληματαριά που τα σταφύλια ήταν για τους πελάτες και οι δέκα περίπου ακακίες προσφέρανε την άνοιξη με τα λουλούδια τους το άρωμα και το καλοκαίρι την παχιά σκιά για ξεκούραση  με ένα καφέ, ούζο ή γκαζόζα με τάβλι και χαρτιά.

.

 

Αυτή η φωτογραφία είναι βγαλμένη περίπου το 1928-30. Όρθιος είναι ο πατέρας μου που σερβίρει. Δεξιά του είναι ο δάσκαλος Χαμαθέου  με τον Γιάννη Λεώντογλου και με το ρεμπούπλικο είναι ο ελληνοαμερικανός Παπάζογλου Γεώργος .Αριστερά από τον πατέρα μου είναι ίσως ο Ιωαννίδης Γιάννης (Γκίντζης) με την τραγιάσκα τον Αντώνη Χουρσόγλου (νονός μου)

 

1948. Εδώ είμαι με την μητέρα μου και τον πατέρα μου τη χρονιά που κατατάχτηκα στο Τεχνικό Σώμα Στρατού για μια πενταετία. Πίσω στη βρύση το μικρό παιδάκι είναι ο μικρός Βασιλάκης Παγώνης με την γιαγιά του κυρά Αναστασία

 
 
1940 .Αριστερά με το ρεμπούμπλικο είναι από την Αμερική ο  Κώστας Μπογιατζής

Ο Πανανής Τερζόγλου ,ο Γεώργος Αϊβάζογλου και ο Πατέρας μου Πρόδρομος Κολοκοτρώνης . Ανάμεσα στον Γεώργο και Πανανή διακρίνεται ο σιδεράς Παναγιώτης Γκαραγκιόζογλου, μπροστά στο παράθυρο  πίσω ο Παπαδόπουλος Κώστας και πίσω από τον αμερικάνο ο Γιάννης Καραμανώλης που σκότωσε τον θείο μου Μανόλη Δελσίζη  (πάντα καθόταν μόνος γιατί δεν τον έκαναν παρέα).

 

 

  1949. Μία παρέα μπροστά στο σπίτι του Αθανασίου και Ανθής Χατζημάρκου είναι από Αριστερά η Σοφία Χατζημάρκου ,Αγγελική Κολοκοτρώνη Ανθή Χατζημάρκου Ευαγγελία Δελσίζη του Δημητρίου, Βασιλική Κολοκοτρώνη και Αμαλία Χατζημάρκου,

  Το κτίριο δεξιά είναι του Αθ, Χατζημάρκου .Αριστερά ήταν το ζαχαροπλαστείο του Βασίλη Παλάσκα και δεξιά ήταν το Κοινοτικό Γραφείο της Νέας Μαγνησίας μέχρι το 1941 που ήρθαν οι γερμανοί

   

 

Εδώ είναι ένα σκίτσο δικό μου της μπροστινής πρόσοψης του καφενείου του Αθ. Χατζημάρκου. Τα κάγκελα και καγκελόπορτα τα κατασκεύασε ο ίδιος στο σιδηρουργείο του που διατηρούσε σε ένα μέρος του σπιτιού του. Ήταν το μόνο καφενείο που είχε τσιμεντένια αυλή. Το δούλευε δε μόνο το χειμώνα.

 

 

  Καφενείο του Πρόδρομου Κολοκοτρώνη .Κτίσθηκε το 1925 και πουλήθηκε στην Οικογένεια Σγουρίδη το 1967 και κατεδαφίστηκε την ίδια χρονιά για καινούρια οικοδομή με καταστήματα και κατοικία.

  Στο καφενείο αυτό που ήταν το μεγαλύτερο της εποχής εκείνης παίχτηκαν θέατρα ,έγιναν χοροεσπερίδες και πολιτικές συγκεντρώσεις και πάρα πολλά γλέντια με ορχήστρες Σμυρναϊκές. Με τον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο το καφενείο κατασχέθηκε και μετατράπηκε σε κέντρο επιστράτευσης. Μετά την επιστράτευση έγινε αποθήκη πυρομαχικών με παιδιά του σχολείου επιστρατευμένα να γεμίζουν τις φυσιγκιοθήκες όπλων και πολυβόλων .Μετά αποθήκη μάλλινων κλωστών για το πλέξιμο καλτσών, πλόβερ, κουκούλες κλπ για τον Ελληνικό στρατό της Αλβανίας.

  Επίσης φιλοξένησε το γραφείο της κοινότητας του χωριού από το 1941 μέχρι το 1946 σχεδόν.

  Ο πατέρας μου πέθανε τον Αύγουστο του 1953.Τότε απολύθηκα από το στρατό Το δούλεψα ένα χρόνο μέχρι το Νοέμβριο του 1954 ,οπότε έφυγα ως μετανάστης για την Αυστραλία .Μόλις έφυγα πέθανε και η μητέρα μου.

  Το καφενείο το δούλεψε για 13 χρόνια ο Δημητρός ο Ρήγας και στο σπίτι έμεινε ο Γιάννης Προδρόμου με την γυναίκα του την Δημητρία (Δελσίζη) πρώτη εξαδέλφη μου για αρκετά χρόνια και αυτοί

 

Σκίτσο δικό μου από παλιά φωτογραφία του 1949 .