Τάσος Κολοκοτρώνης Μελβούρνη Αυστραλία.

 

Η  Ι Ω Ν Ι Α

     Οι κάτοικοι, σκίτσα, φωτογραφίες και ιστορίες

 

Προλεγόμενα

  Η συγχραφή αυτή του βιβλίου έχει σκοπό να τιμήσει όλους τους πρόσφυγες που εγκαταστάσθηκαν στη Κοινότητα Νέας Μαγνησία και στους άλλους οικισμούς μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922.

  Τα περιεχόμενα είναι από αφηγήσεις, παράδοση, προσωπική εμπειρία και μνήμες που απεκόμισα ζώντας μαζί τους από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι τα 25 μου χρόνια που ήταν να δω δύο πολέμους και τον εμφύλιο σπαραγμό .

  Οι δύσκολες καταστάσεις και οι συνθήκες ζωής στην πατρίδα μας τότε ανάγκασαν πολλούς χιλιάδες Έλληνες να πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς ,όπως κι εγώ διάλεξα την Αυστραλία για ένα καλύτερο μέλλον.

  Αυτό δεν σήμαινε όμως ότι φεύγοντας θα ξεχνούσα τον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα .Αντιθέτως . Κράτησα στη μνήμη μου κάθε τι με αρκετή ακρίβεια πρόσωπα,πράγματa, διηγήσεις και συμβάντα τα οποία με μεγάλο κόπο όρεξη και αγάπη τα γράφω όσο μπορώ πιο απλά και παραστατικά . Για τους πρόσφυγες που ζουν ακόμα αλλά περισσότερο για τα εγγόνια και τα δισέγγονα τους, να μάθουν κάτι για του παππούδες και προπαππούδες τους.

  Τώρα είμαι 78 χρονών και το βιβλίο αυτό το γράφω κατ’ ευθείαν στον υπολογιστή μου όπως έρχονται αυθαίρετα στο νου μου όλα όσα θυμάμαι προσθέτοντας και μερικές παλιές φωτογραφίες δικές μου αλλά και του αγαπητού μου φίλου Νίκου Χατζημάρκου που τυχαίνει να είναι κι αυτός ένας ξενητευμένος συμπατριώτης μας στην  Αμερική  και συμβάλλει με τον τρόπο του στη συγχραφή αυτού του βιβλίου .

  Επίσης θα πρέπει να ευχαριστήσω αρκετούς χωριανούς μου που το 1994 που ήμουν στο χωριό σε διακοπές με  βοήθησαν να συλλέξω αρκετές πληροφορίες σχετικά για όσα γράφω και ιδιαίτερα τον μακαρίτη εξάδελφό μου Γεώργο Εμμ. Δελσίζη  επίσης τον Παναγιώτη Καγιαλή ,Γεώργο Πανίδη ,Γεώργο Κοτσαπέτρο και άλλους φίλους για την συμπαράσταση τους .Όπως εγώ έτσι και αρκετοί εδώ έχουμε παρατσούκλια τα οποία χρησιμοποιώ για να μη χαθεί η  αυθεντία μας αλλιώς δεν είναι γνήσιο και για όλα Ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ       

Τάσος Κολοκοτρώνης Μελβούρνη Αυστραλία.

Το Αραπλή

 (Νέα μαγνησία)  

   Επί τουρκοκρατίας  βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης και περίπου 10 χιλιόμετρα μακριά ήταν ένας μικρός συνοικισμός από διακοσίους περίπου κατοίκους που ήταν σλαβόφωνοι και. κατοικούσαν σε σπίτια φτιαγμένα από καλάμια και λάσπη η από πλιθιά και ονομαζότανε Αραπλή.(αργότερα Νέα Μαγνησία) Ήταν μελαψοί και η καταγωγή τους ήταν τσιγγάνοι που κατοικούσαν εκεί μόνιμα .Μιλούσαν σλαβικά, τα τουρκικά και πολύ λύγοι μιλούσαν τα ελληνικά και στη πλειοψηφία τους ήταν αγράμματοι

  Το όνομα Αραπλή  ήταν συνώνυμο με το όνομα του Πασά ο οποίος είχε Αραβική καταγωγή και είχε το κονάκι του εκεί που είναι σήμερα το τετράγωνο των οδών Αγίου Δημητρίου-Παύλου Μελά-Μεγάλου Αλεξάνδρου και Μακεδονίας στη τωρινή  Νέα Μαγνησία .

 Όλη η περιοχή αυτή ήταν τσιφλίκι του Πασά και οι κάτοικοι δούλευαν στα κτήματά του για μικρή ίσως αμοιβή η και ως σκλάβοι . Μετά από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 αρκετές οικογένειες από την Μπάλτζα (Μελισσοχώρι) ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Αραπλή γύρω από την περιοχή που ήταν το κονάκι, που ήταν και το πιο έφορο μέρος .Τους παραχωρήθηκαν αγροτεμάχια που μέσα έκτισαν και τα σπίτια τους .Ήταν άριστοι κηπουροί και καλλιεργούσαν όλα σχεδόν τα λαχανικά και ορισμένα φρούτα. Ήταν δε και οι πρώτοι που πότιζαν τα λαχανικά τους αντλώντας το νερό από τα πηγάδια τους  με τα τσάρκια ( μαγγανοπήγαδα ).

  Εκτός βέβαια από την κηπουρική καλλιεργούσαν και λίγα σιτηρά και όσπρια αλλά παράλληλα η κάθε οικογένεια έκτρεφε και λίγες αγελάδες, αρνιά για το Πάσχα και το χοιρινό για το χειμώνα

  Εκεί κοντά στο παλιό κονάκι δημιουργήθηκε και μία μικρή αγορά με τα καφενεία του Μπρούτζινη Λούσο και του Δημ.Καραπασχάλη και το μπακάλικο του Κυριάκου Καραπασχάλη που είχαν μεγάλες αυλές και μπροστά μία μεγάλη πλατεία με μεγάλα δένδρα από καραγάτσια και λεύκες.

  Σε μικρή δε απόσταση απ’εκεί ήταν μία πλινθόκτιστη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που όταν γιόρταζε ο Άγιος στην πλατεία και μπροστά στα καφενεία στήνανε οι κάτοικοι μεγάλο πανηγύρι..

   Βέβαια όλη αυτή η ήσυχη ζωή αναστατώθηκε το 1919 όταν η Ελλάδα με τους συμμάχους της κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και άρχισε η εκστρατεία να απελευθερώσουν τα πάτρια εδάφη που ήταν για αιώνες κάτω από τον τουρκικό ζυγό .

   Πολλοί νέοι τότε κλήθηκαν η πήγαν εθελοντές από όλα τα μέρη του κόσμου στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσουν .(Εδώ θα κάνω μια παρεμβολή  να πω ότι  ενώ ο πατέρας μου είχε μετανάστευση το 1910, τότε νέος 19 ετών  στην Αμερική και είχε δική του επιχείρηση, από πατριωτισμό τα παράτησε όλα και επέστρεψε το 1919 στην Ελλάδα να καταταγεί ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό για να πολεμήσει τους Τούρκους).

  Δεν είμαι ειδικός ιστορικός να επεκταθώ περισσότερο σ’αυτό το θέμα τι έγινε αλλά είναι πασίγνωστα τα γεγονότα πλέον ότι, ενώ όλα πήγαινανε καλά και ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας ελευθερώθηκε και ανάσανε τέσσερα χρόνια από την σκλαβιά πολλών αιώνων τα πράγματα το 1922 ξαφνικά άλλαξαν προς το χειρότερο. Οι σύμμαχοι μας εγκατέλειψαν στα μανιασμένα όχλοι των Τούρκων ανταρτών και του στρατού να διαπράξουν το μεγαλύτερο έγκλημα και γενοκτονία κατά των Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων και άλλων αλλόθρησκων που ζούσαν εκεί.για χιλιάδες χρόνια .

   Τα σχέδιά τους όλα τα εφάρμοσαν με στρατηγική  ακρίβεια, που ήταν να εξολοθρέψουν με κάθε τρόπο τον ξένο πληθυσμό με σφαγές και εκτοπισμούς. Έκτοτε έχουν γραφτεί χιλιάδες βιβλία σχετικά για τη μεγάλη αυτή Μικρασιατική καταστροφή και διαβάζονται σαν ιστορία αλλά περισσότερη και  βαθιά απήχηση είχε η αφήγηση των γεγονότων απ’ευθείας από του παθόντες στα παιδιά και στα εγγόνια τους που έμειναν χαραγμένα στο μυαλό τους το δράμα των γονιών τους  . Έτσι θεώρησα σωστό ενώ ακόμα είμαι σε θέση να θυμάμαι όσα άκουσα από τους γονείς μου, τους παππούδες μου και του συμπατριώτες μου να τα καταγράψω σαν παρακαταθήκη στα δικά μου παιδιά εγγόνια αλλά και για άλλους

  Σύμφωνα δε με τους ιστορικούς Μαραβελάκη.Μ & Βακαλόπουλο.Α 1955 η εγκατάσταση στους δύο συνοικισμούς έγινε το 1926 από το Γραφείο Αγροτικής Αποκατάστασης. Στα Διαβατά εγκαταστάθηκαν 185 οικογένειες με σύνολο 562 ατόμων. Από τις οικογένειες αυτές ,98 προέρχονταν από την Αρμενία του Πόντου και 87από από τη Δυτική Μ. Ασία και κυρίως το Χαμηντιέ   στη Ν. Μαγνησία εγκαταστάθηκαν 326 οικογένειες με 1.490 άτομα περίπου, εκ των οποίων  285 προέρχονταν από την Δυτική Μ. Ασία (122 οικογένειες από το Χαμηντιέ ) και 41 από την Θράκη .Έτσι το Αραπλή ονομάστηκε σε Λαχανόκηπους και αργότερα  οι πρόσφυγες το ονομάσανε Νέα Μαγνησία.

  Έτσι οι τρεις αυτοί συνοικισμοί αποτελούσαν μία ανεξάρτητη κοινότητα με δικό τους γραφείο πρόεδρο γραμματέα  και κοινοτικό συμβούλιο αφού πρώτα ανήκαν στη κοινότητα της Μενεμένης και μετά στην κοινότητα της Νεοχωρούδας.


Ο Διαββατάς (Το Ντουντουλάρ)

 

  Το Ντουντουλάρ ήταν πάλι ένας μικρός οικισμός που επί τουρκοκρατίας ήταν τσιφλίκι που ανήκε στην αδελφή του Αραπλή Πασά που λεγόταν κοκόνα Ντουντού. Δεν βρέθηκε εκεί κτήριο που να κατοικούσε και συμπεραίνουμε ότι έμενε με τον αδελφό της στο κονάκι του Αραπλή . Στο Ντουντουλάρ και στο υψηλότερο σημείο υπήρχαν κι’εκεί περί τα πενήντα μικρά σπίτια που έμεναν σλαβόφωνοι μάλλον τσιγγάνικης καταγωγής  και δούλευαν σαν βοσκοί και εργάτες στα κτήματα της κοκόνας Ντουντού..

  Τα μέρη αυτά ήταν πολύ εύφορα διότι το ποτάμι που υπήρχε εκεί και κινούσε τον νερόμυλο διέσχιζε το χωριό κατά μήκος της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης Βέροιας. Εκεί, όπως αναφέρω και πιο πάνω, εγκαταστάθηκαν περί τις 87 οικογένειες Χαμηντιελήδων  αλλά και από το πίσω μέρος του νέου  χωριού που ήταν λιβάδι βοσκότοπος και υψώματα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Καύκασο και Ερζιγκιάν και άλλα μέρη.

 

Ο  Γαλλικός

 

  Ο Γαλλικός ή (Λαχανόκηποι) που πήρε από το όνομα του σιδηροδρομικού σταθμού .Ήταν ένας μικρός συνοικισμός της κοινότητας Νέας Μαγνησίας που ήταν κοντά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού. Το όνομα το πήρε διότι στην τοποθεσία αυτή στρατοπέδευαν τα γαλλικά στρατεύματα και είχαν καταυλισμούς στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Είχαν δε δυτικά από την σιδηροδρομική γραμμή και μερικούς τάφους .Ο δε Γαλλικός ποταμός στην αρχαιότητα ονομαζόταν «Εχέδωρος» και τα χωριά, Σίνδος ,Νέα Μαγνησία, Διαβατά Γαλλικός και Καλοχώρι (Κασκάρκα) όταν ενώθηκαν σε Δημαρχία πήραν το αρχαίο όνομα του ποταμού  που ήταν πλούσιος σε ορισμένα μέρη με χρυσό, γυαλί και άλλα μεταλλεύματα. Έτσι για τα φυσικά αυτά δώρα του ποταμού που  «είχε-δώρα»  πήρε και το όνομα του Εχέδωρος  

  Μετά το 1912 που απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη το μέρος αυτό κατοικήθηκε από πρόσφυγες κυρίως από την Ανατολική Θράκη .Ο εποικισμός έχτισε μερί τα 20 σπίτια και οι κάτοικοι πριν από το 1940 δεν υπέρβαιναν τις 50 οικογένειες που ασχολούντο με την κηπουρική .Επί της Εθνικής οδού (τότε) υπήρχαν μερικά μαγαζιά .Δύο καφενεία  ένα παντοπωλείο και ένα πανδοχείο (χάνι) και άνηκαν στις γνωστές οικογένειες που θυμάμαι  του Αλεξίου, Καστούρα, Ηλιάδη και άλλους.

  Η σιδηροδρομική γέφυρα του ποταμού κατασκευάστηκε επί τουρκοκρατίας αλλά η οδική γέφυρα κατασκευάστηκε στα χρόνια της κυβέρνησης Μεταξά .Πριν γίνει δε η γέφυρα υπήρχε πετρόστρωτος δρόμος μέσα στο ποτάμι και τα κάρα τα ζώα, αυτοκίνητα και οι πεζοί περνούσαν απ’ αυτόν τον δρόμο .Το ποτάμι είχε περισσότερο νερό τον χειμώνα αλλά ο πετρόδρομος ήταν κατασκευασμένος έτσι που το νερό άπλωνε και ήταν πάντοτε βατός .  

 

 Ο Χαμηντιές (Μουραδιές)

Της Μικράς Ασίας

 

  Οι γονείς μου και οι παππούδες μου κατάγονται από το Χαμηντιέ της Μ.Ασίας..Το χωριό απέχει περίπου 37 χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης  και πέντε χιλιόμετρα από την αρχαία Μαγνησία που τώρα την ονομάζουν Μανισά .

  Το χωριό είναι πεδινό κτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Έρμου (Γκεντίζ) που το κάνει να είναι πολύ εύφορο.

  Ο Έρμος ποταμός ,όπως μας έλεγαν οι κάτοικοι του Χαμηντιέ ,ήταν βαθύς και πλατύς που είχε και άφθονα ψάρια .Για να πηγαίνουν στην απέναντι όχθη που είχαν αρκετοί κτήματα μεταχειριζόντουσαν το σάλι, ή το (γκεμί) που ήταν φαρδιά πλατφόρμα που έβαζαν επάνω τα κάρα τους τα ζώα τους και την παραγωγή τους και τα μετέφεραν από την μία όχθη στην άλλη. Ο χειριστής δε του πλωτού αυτού μέσου λεγόταν γκεμιτζής  (Ο πατέρας του θείου μου Παναγιώτης Γκεμιτζή που εγκαταστάθηκε στη Βέροια ήταν ιδιοκτήτης του σάλι που πήρε και το όνομα από το επάγγελμα αυτό) .

   Οι κάτοικοι του Χαμηντιέ στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι. και ζούσαν πολύ αρμονικά με τους λίγους Τούρκους που οι περισσότεροι δουλεύανε σαν υπάλληλοι στα κτήματά τους .

   Το όνομα του χωριού παλαιότερα ήταν Μουραντιέ που δόθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ αλλά αργότερα ο σουλτάνος Χαμίτ ο Β΄ έδωσε στο χωριό το όνομά του και μέχρι σήμερα το επίσημο όνομα του χωριού είναι Χαμηντιέ και οι κάτοικοι ήταν οι Χαμιντιελήδες και καμιά φορά λέγανε ότι ήσαν και Μουραντιελήδες ή Μανίσαλιδες που αναφέρονται  στη πόλη Μανισά (Μαγνησία)

  Δεν είναι γνωστό πότε εγκαταστάθηκαν εκεί αλλά από παράδοση λένε ότι μερικές οικογένειες ζούσαν εκεί από την Βυζαντινή ακόμα εποχή . Μετά την άλωση όμως οι Τούρκοι αφήσανε τους Έλληνες να καλλιεργούν τα κτήματά τους γιατί ήξεραν καλά να καλλιεργούν τη γη και τους επέβαλαν φόρους σύμφωνα με την παραγωγή. Οι πασάδες όμως για να εισπράττουν περισσότερους φόρους έφεραν αρκετούς από τα πλησιέστερα νησιά που ήξεραν να καλλιεργούν αμπέλια και ελιές και τους έδωσαν κτήματα και επέτρεψαν να έχουν δικά τους σπίτια .

  Όταν όμως η κατοχική κατάσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν αφόρητη από τους Τούρκους και τους Έλληνες κοτσαπάσιδες αναγκάσθηκαν πολλοί και μάλιστα από τα μέρη της Πελοποννήσου να φύγουν, άλλοι κρυφά και άλλοι με μέσα για να γλιτώσουν από σφαγή και την τυραννία .

  Υπολογίζεται ότι πριν από την προσφυγιά το 1922 ο Χαμηντιές είχε περίπου τρεις χιλιάδες Έλληνες και τετρακοσίους Τούρκους .

  Θυμάμαι από διηγήσεις των παππούδων μου. Μεταξύ αυτών που έφυγαν από την Πελοπόννησο ήταν και οι δικοί μου πρόγονοι .

  Όπως είναι γνωστό οι Τούρκοι είχαν βάλει σκοπό και εξολοθρεύανε τις οικογένειες των Κολοκοτρωναίων και άλλων αρχηγών που τους θεωρούσαν επικίνδυνους και είχαν σκοτώσει πάνω από εβδομήντα άτομα που είχαν κάποια συγγένεια με τον Θεόδωρο. Έτσι πολλοί εξ αυτών αναγκάστηκαν να φύγουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αλλά και σε άλλα μέρη  για να γλιτώσουν από τον βέβαιο θάνατο .

  Σύμφωνα βέβαια με τα λεγόμενα των παππούδων μου ένας στενός συγγενής της οικογενείας αφού άλλαξε το επίθετό του σε Καραμπέτσογλου έφυγε κρυφά με την οικογένειά του στη Σμύρνη και μετά εγκαταστάθηκε στο Χαμηντιέ που κατοικούσαν και άλλοι Έλληνες εκεί από τα μέρη της Πελοποννήσου . Εκεί ασχολήθηκε με την γεωργία ,την αμπελουργία και την καπνοπαραγωγή και γενικά όλοι οι κάτοικοι Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν αρμονικά μέχρι το 1922..

  Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στο Χαμηντιέ αλλά και στα γύρω χωριά έγιναν δεκτοί από τους Τούρκους Τους δώσανε κτήματα και ήταν ελεύθεροι να τα καλλιεργούν αφού πλήρωναν του φόρους που τους επιβάλετο .

   Είχαν δύο εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Ιωάννου. Επίσης είχανε και δημοτικό σχολείο μέχρι την Τετάρτη τάξη. Τα παιδιά που ήθελαν να πάνε σε άλλες τάξεις έπρεπε να πάνε στην Μανισά (Μαγνησία) η στην Σμύρνη για ανώτερες σπουδές .

   Επίσης οι Τούρκοι είχαν το δικό τους σχολείο και τζαμί αλλά σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γονιών μας ,οι Τούρκοι σεβόντουσαν τις θρησκευτικές τους γιορτές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και των εκκλησιών και όταν γιόρταζαν  έπαιρναν μέρος μαζί τους στις διασκεδάσεις και στα πανηγύρια τους .Σπάνια όμως έκαναν μικτούς γάμους μεταξύ των .

   Γλωσσολογικά, η επίσημη γλώσσα και σαν μητρική είχαν την τουρκική και η ελληνική ήταν σαν δεύτερη γλώσσα. Την μιλούσαν αλλά όχι πολύ καλά και οι περισσότεροι δεν μιλούσαν καθόλου τα ελληνικά διότι η ελληνική μάθηση δεν ήταν υποχρεωτική και πήγαιναν μόνο τέσσερα χρόνια στο δημοτικό όσα παιδιά ήθελαν να μάθουν τα ελληνικά .

  Μερικά παιδιά, και ήταν λίγα αυτά , πήγαιναν στην Μανισά (Μαγνησία) αλλά μερικά προτιμούσαν τη Σμύρνη όπου υπήρχαν ανώτερα εκπαιδευτήρια όπως ήταν τα Σχολαρχεία για να μορφωθούν περισσότερο.

   Εκτός βέβαια από το επάγγελμα της γεωργίας ασχολούντο με το εμπόρειο και με άλλα διάφορα επαγγέλματα που θα τα αναφέρω όσα άκουσα και έμαθα από τους πρόσφυγες σε άλλες σελίδες που θα ακολουθήσουν .Τώρα μερικές φωτογραφίες.

 

Χαμιντιές1994.Τά αδέλφια Ηλίας και Παναγιώτης Καγιαλής δείχνουν το σπίτι όπου γεννήθηκαν και έφυγαν σαν πρόσφυγες το 1922. Αριστερά είναι η Μαρία Καγιαλή και η Στέμμα Χατζημάρκου μεταξύ των Τούρκων κατοίκων που τα κατοίκησαν μετά την προσφυγιά αλλά δε έκαναν καμία αλλαγή .               Φώτο. Νίκου Χατζημάρκου

   Ο Παναγιώτης και ο Ηλίας Καγιαλής αφηγούνται με συγκίνηση ότι τα σπίτια τους τα βρήκανε και τα αναγνώρισαν με μεγάλη ευκολία διότι παρ όλα αυτά τα χρόνια οι Τούρκοι δεν έκαναν καμία μετατροπή ή και βελτίωση στα σπίτια και στα μαγαζιά που πήρανε από τους Έλληνες όταν φύγανε .

   Οι Τούρκοι τους υποδέχτηκαν με ευγένεια και καλοσύνη και τους επέτρεψαν να μπούνε μέσα στα σπίτια τους και να τα δούνε, τους πρόσφεραν δε καφέ, τσάι και γλυκά και αρκετοί μάλιστα ζήτησαν και συγνώμη που μένουν στα σπίτια. τους. Έλε γαν δε ότι το κράτος τους τοποθέτησε εκεί  και δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά .

   Την εκδρομή την οργάνωσαν από το χωριό με τον λεωφορειούχο  Θωμά Ναζλίδη που κι αυτός είχε γεννηθεί  εκεί στο Χαμηντιέ και ήξερε το χωριό καλά .

   Εκτός από μερικούς που γεννήθηκαν εκεί πήγαν και αρκετοί νέοι για να γνωρίσουν τα μέρη των γονιών τους .Ένας βέβαια από αυτούς ήταν και ο Νίκος Χατζημάρκος με την Ελληνοαμερικανίδα γυναίκα του την Στέμμα που φωτογράφισε και βιντεοσκόπησε αρκετά μέρη του χωριού . Χάρη σ’αυτόν βλέπουμε και αυτές τις φωτογραφίες του Χαμηντιέ.

   Να σημειωθεί εδώ ότι τα παλιά χρόνια η τουρκική κυβέρνηση δεν επέτρεπε στους Έλληνες που καταγόντουσαν από την Μικρά Ασία να επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη τους .Κατά την δεκαετία του ογδόντα οι νόμοι τους έγιναν κάπως πιο ελαστικοί και αφού οι περισσότεροι πρόσφυγες πια δεν ζούσαν και αυτοί που ζούσαν ήταν γέροι  αρχίσανε να επιτρέπουν τους Έλληνες να επισκέπτονται τα μέρη τους και για οικονομικά οφέλη από τον τουρισμό

   Ήταν πολλά τα λεωφορεία που πήγαιναν στη Πόλη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας. Πρώτον διότι το κόστος της ζωής εκεί ήταν φθηνό αλλά και δεύτερον να δουν τα μέρη που για χιλιάδες χρόνια ήταν ελληνικά .

   Ο ίδιος έκανα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και στη Προύσα που μου άρεσε πολύ αλλά η Πόλη ήταν κάτι που δεν θα την ξεχάσω ποτέ .Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω να δω τα μέρη των γονιών μου που τόσο επιθυμούσα να τα δω .  

       

Οι εκδρομείς πριν πάνε στο χωριό τους το Χαμηντιέ που είναι κοντά στην αρχαία Μαγνησία επισκέφτηκαν την Αγία Σοφία της Πόλης. Μεταξύ αυτών ήταν και άτομα που γεννήθηκαν εκεί αλλά έφυγαν σαν πρόσφυγες  

 








 

      

 

 

 

 Το σπίτι αυτό ήταν του Θανάση και του Μάρκου Χατζημάρκου .Μπροστά εικονίζεται η Στέμμα Χατζημάρκου με τον Τούρκο ιδιοκτήτη τώρα του σπιτιού που κρατάνε μία καγκελόπορτα που την κατασκεύασαν τα δύο αδέλφια στο σιδεράδικό τους  και ακόμα ήταν εκεί  .Ο Νίκος (γιος του Θανάση) ζήτησε από τον Τούρκο αν ήθελε να τους τη δώσει την πόρτα να την πάρουν για ενθύμιο μια που ήταν φτιαγμένη από τα χέρια του πατέρα του .Ο Τούρκος με ευχαρίστηση τη έβγαλε και τους την έδωσε  και την οποία την έφεραν στην Ελλάδα και την ανάρτησαν στο σπίτι τους για να θυμούνται κάτι από το χωριό και το σπίτι του πατέρα του . Μία δε τουλούμπα νερού που ήταν ακόμα στην αυλή ακόμα λειτουργούσε και έβγαζε κρυστάλλινο νερό όπως και τότε . Ο Τούρκος τους φιλοξένησε να δουν το σπίτι του πατέρα τους το οποίο ήταν ακόμα όπως το είχαν αφήσει φεύγοντας.

 

 

Χαμηντιές 1994. Εδώ όπως εξηγεί και Ο Νίκος Χατζημάρκος ήταν η αίθουσα του δημοτικού σχολείου αλλά μετά οι Τούρκοι το μετέτρεψαν σε Δημαρχιακό χώρο. Δίπλα δε από το σχολείο ήταν ή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την οποία κατεδάφισαν για να γίνει ο χώρος τώρα για το πάρκινγκ .

 Ο Δήμαρχος ,ο οποίος ήταν ντόπιος θυμόταν πολλούς Έλληνες έτσι είχε την ευγενή καλοσύνη να τους καλέσει στην αίθουσα του παλιού σχολείου τους για να κουβεντιάσουν και μάλιστα στα τουρκικά  κάτι για  τα παλιά.

   Μάλιστα δε βρήκαν ότι ο Δήμαρχος με τον Παναγιώτη Καγιαλή πήγαιναν μαζί στο ίδιο σχολείο (στο τουρκικό).

   Εδώ είναι σχεδόν όλο το γκρουπ του λεωφορείου. Διακρίνονται ο Ηλίας Καγιαλής η Μαρία Καγιαλή  και ο Δήμαρχος στο βάθος με τον Παναγιώτη Καγιαλή

                                                                                 Φώτο. Ν Χατζημάρκου

 

                                                            *

  Στην εκδρομή αυτή πήραν μέρος και ορισμένα παιδιά των προσφύγων και από την Έδεσσα όπως ο Ξενεφών Καραμαλάκης που μιλάει καλά την τουρκική γλώσσα αλλά και τραγουδάει τα τοπικά τουρκικά τραγούδια του Χαμηντιέ και ωραίους αμανέδες. Εντύπωση  δε έκανε σε όλους που ο Ξενεφών φορούσε στην εκδρομή την παραδοσιακή φορεσιά του πατέρα του που την είχε φέρει από τον Χαμηντιέ.  

 

 

    Εδώ ένας συνοικιακός δρόμος του Χαμηντιέ (Μουραδιές)  Αριστερά είναι το σπίτι του Παπάζογλου που μετανάστευσε στο Ντιτρόιτ της Αμερικής και παντρεύτηκε την Σοφία Ταξιντάρη (αδελφή του Αναστάση Ταξιντάρη ) Αυτός έκτισε και το καφενείο το οποίο ονόμασε «Το Αμερικανικόν». Ποτέ δεν επέστρεψε να το δουλέψει ο ίδιος το δούλεψε όμως ο Αναστάσης και ήταν ένα από τα καλά καφενεία του χωριού μας .

  Δεξιά: Σύμφωνα με τον Νίκο Χατζημάρκο και Παναγιώτη Καγιαλή το σπίτι δεξιά  ανήκε στον παππού μου τον Νίκο Καραμπέτσογλου ή (Κολοκοτρώνη).

       

Τα αδέλφια Γιάννης και Βαγγέλης Χατζημάρκου μπροστα στο πατρικό τους σπίτι στο Χαμιντιέ της Μικράς Ασίας

 

       

Χαμηντιές 1994.Ο Ν.Χατζημάρκος με τον γαμπρό του τον Θανάση βάφουν τα παπούτσια τους από τον Τούρκο λούστρο

 

 Χαμηντιές 1994.Η αυλή με την τουλούμπα και το σπίτι του Θανάση Χατζημάρκου.Οι σιδερένιες πόρτες είχαν κατασκευαστεί από τα δύο αδέλφια Θανάση και Μάρκο. Στην τουλούμπα που κατασκεύασαν οι ίδιοι στο σιδηρουργείο που διατηρούσαν στο κεντρικό δρόμο που ήταν και η αγορά.. Στη φωτογραφία  είναι η Στέμμα Χατζημάρκου που βγάζει νερό με την τουλούμπα και ο Παναγιωτάκης Καγιαλής .Οι μεταλλικές πόρτες έχουν κατασκευαστεί από τα αδέλφια Θανάση και Μάρκο Χατζημάρκο στο σιδηρουργείο που διατηρούσαν στη κεντρική αγορά. Το σιδηρουργείο οι Τούρκοι το μετατρέψανε σε καφενείο αλλά η εξωτερική εμφάνιση είναι ακόμα η ίδια και είναι στη σελίδα (12).

                                                                                         Φώτο Νίκου Χατζημάρκου

 

 

          

Το μαγαζί αυτό στο Χαμηντιέ (Μουραδιέ) είναι τώρα τουρκικό καφενείο πριν τη προσφυγιά ήταν το σιδεράδικο του Θαν.Χατζημάρκου

 

         

Επίσης το σπίτι αυτό με τα σιδερένια παράθυρα ήταν του Αθ. Χατζημάρκου και ακόμα από το 1922 είναι στην ίδια κατάσταση όπως το άφησαν φεύγοντας . Δεξιά είναι ο Τούρκος που μένει και που φιλοξένησε τα παιδιά του Θανάση Γιάννη και Βαγγέλη με τις γυναίκες τους και του άφησε να το δουν                                          Φώτο Νίκου Χατζημάρκου

 

 

 

 

Χαμηντιές 1994. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη και Ηλία Καγιαλή το σπίτι αυτό ήταν του παππού μου και της γιαγιάς μου Νίκου και Αριάδνης Καραμπέτσογλου ή όπως ήταν το πραγματικό τους επίθετο (Κολοκοτρώνης ) .Εδώ γεννήθηκε ο πατέρας μου Πρόδρομος  που ήταν και  το μόνο παιδί τους . Ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και όταν έγινε 18 ετών για να μη πάει στον Τουρκικό στρατό  έφυγε κρυφά στην Αμερική με άλλους νέους από το χωριό το 1910. Επέστρεψε το 1919 και κατατάχτηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό για να πολεμήσει τους Τούρκους αλλά με την μικρασιατική καταστροφή ήρθε σαν πρόσφυγας όπως και άλλοι συμπατριώτες του στο Αραπλή όπου παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια .

                                                                                             Φώτο. Ν.Χατζημάρκου.  

 Ο Ναζλίδης που είχε το τουριστικό λεωφορείο οργάνωσε  αρκετές εκδρομές στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στο Χαμηντιέ  και έδωσε την ευκαιρία σε αρκετούς που έφυγαν τότε σαν πρόσφυγες να επισκεφτούν τα μέρη τους . Δυστυχώς πολλοί δεν έζησαν να μπορέσουν να εκπληρώσουν την επιθυμία αυτή και πέθαναν με τον καημό μια μέρα να πάνε πίσω στα νοικοκυριά τους .

   Πολλούς όμως άκουα που λέγανε ότι έκαναν καλά που φύγανε διότι πάντα είχαν το φόβο και την ασιγουριά εκεί στην Τουρκία .Μπορεί τα πρώτα χρόνια να ήταν δύσκολα στην Ελλάδα αλλά μεγαλούργησαν αυτοί τα παιδιά τους και εγγόνια τους.  

  Εδώ το λεωφορείο του Θωμά Ναζλίδη με επιβάτες από τη Νέα Μαγνησία με προορισμό τη Σμύρνη και στη συνέχεια στο Χαμηντιέ .   Φώτο. Ν.Χατζημάκου